Πως γίνεται η αποποίηση Κληρονομιάς από Ανήλικο Τέκνο

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης (Δικηγόρος Αθηνών-Συνταγματολόγος-Συνήγορος Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος στην Ελλάδα-Δ.Σ. Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Αθηναίων-Δ.Σ. Ιδρύματος Μπότσαρη Ελλάδος).

Οι γονείς ενός ανήλικου τέκνου αποποιούνται λόγω χρεών της κληρονομιάς συγγενικού τους προσώπου, και ως επόμενο πρόσωπο στην κληρονομική διαδοχή καλείται το ανήλικο τέκνο τους. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο είναι εφικτή και με ποιες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί η αποποίηση από το ανήλικο τέκνο τους.

Η απάντηση είναι μια και κατηγορηματική: Η αποποίηση του ανηλίκου τέκνου είναι δυνατή μόνο έπειτα από σχετική άδεια του αρμόδιου Δικαστηρίου (1526 και 1625 ΑΚ). Απαιτείται δικαστική απόφαση, δηλαδή κατάθεση αίτησης στο Ειρηνοδικείο της κατοικίας του ανήλικου. Με την κατάθεση της αίτησης, ορίζεται δικάσιμος και μετά την συζήτηση, εκδίδεται απόφαση που δίδει την άδεια αποποίησης για λογαριασμό του ανήλικου..

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711 εδαφ. β’, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 του ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρο 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί κατά βούληση την κληρονομιά, που έχει επαχθεί ο αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ. Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δε δέχεται – την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου.

Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιοσδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδαφ. β’ ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της, κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονομούμενος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής (ΑΠ 725/2014 ΝοΒ 68.2131), ενώ αν περάσει η παραπάνω προθεσμία, η κληρονομιά θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή. Ωστόσο, προς άρση της αβεβαιότητας για τη τύχη της προς τον κληρονόμο επαγωγής μετά την πάροδο απράκτου της τετράμηνης αποσβεστικής προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομιάς, η διάταξη του άρθρου 1850 εδαφ.β’ ΑΚ καθιερώνει υπό μορφή νομίμου αμάχητου τεκμηρίου, το πλάσμα δήλωσης του κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής απρακτήσαντος κληρονόμου για αποδοχή της κληρονομιάς. Για το λόγο αυτό η εν λόγω αποδοχή χαρακτηρίζεται ως πλασματική αποδοχή κληρονομιάς και ως μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σιωπή επέχει θέση δήλωσης βούλησης (ΕφΑΘ 2226/2013 ΕλλΔνη 2014.490). Εξάλλου, γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομούμενου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομιά. Εξάλλου, όταν πρόκειται για εξ αδιαθέτου διαδοχή, οπότε η συγγενική σχέση μεταξύ κληρονόμου και κληρονομουμένου είναι από την αρχή δεδομένη και γνωστός στον κληρονόμο ο χρόνος του θανάτου του κληρονομούμενου, η τετράμηνη προς αποποίηση προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα (εκτός συνδρομής μεταγενέστερων της επαγωγής γεγονότων, όπως έκπτωση του προηγουμένου, αποποίηση κ.λπ.) από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου συγγενούς του. Όταν ο κληρονόμος αποποιηθεί νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, θεωρείται η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή ότι δεν έγινε και η κληρονομιά επάγεται σε εκείνον, ο οποίος θα εκαλείτο εάν ο αποποιηθείς δε ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομιάς στη μερίδα εκείνου που αποποιήθηκε δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, διότι στην περίπτωση αυτή η επαγωγή της κληρονομιάς συνδέεται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του κληρονομουμένου (αποποίηση). Και ναι μεν και πάλι κατά πλάσμα του νόμου ο χρόνος επαγωγής ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου σαν να μην υπήρχε εκείνος που αποποιήθηκε, όμως, όπου ο νόμος απαιτεί για κάποια νομική ενέργεια γνώση της επαγωγής εννοεί και τα μεταγενέστερα αυτά γεγονότα προ της γνώσεως των οποίων η προς αποποίηση προθεσμία δεν αρχίζει (ΑΠ 1534/2011 ΝοΒ 60.688, ΕφΘες 1920/2013 Αρμ. 68.2062). Η προθεσμία της αποποίησης τρέχει, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και κατά προσώπων ανικάνων προς δικαιοπραξία, αναστέλλεται δε η προθεσμία αυτή κατά την ρητή διατύπωση του άρθρου παρ. 3 ΑΚ εκ των αυτών λόγων, που αναστέλλεται και η παραγραφή, με συνέπεια την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 255 και 258 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 1087/2011 ΝοΒ 60.341). Έτσι, εάν ο κληρονόμος εμποδίστηκε να ασκήσει το δικαίωμα της αποποίησης από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας μέσα στην ως άνω τετράμηνη προθεσμία, υπάρχει θέμα αναστολής της λόγω του ότι πρόκειται για προθεσμία μικρότερη των, έξι μηνών- η προθεσμία αυτή δε λήγει πριν από την παρέλευση τεσσάρων μηνών από την παύση της αναστολής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 257 εδ.β’ ΑΚ (Ν. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, Εκδ.5η, παρ. 19. IV, σελ. 91). Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, που αναστέλλει τη συμπλήρωση της προθεσμίας, ο χρόνος από τότε που ο νόμιμος αντιπρόσωπος υπέβαλε στο Δικαστήριο την αίτηση να του δοθεί η άδεια για αποποίηση, μέχρι να εκδοθεί σχετική προς τούτο οριστική απόφαση, αφού άλλως δεν είναι δυνατή η αποποίηση της επαχθείσης στον ανήλικο κληρονομιάς από το νόμιμο αντιπρόσωπο αυτού (ΑΠ 493/2003). Αν ο κληρονόμος τελεί υπό νόμιμη εκπροσώπηση, όπως για παράδειγμα το ανήλικο τέκνο που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του, το στοιχείο της γνώσης κρίνεται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου, αφού μόνον αυτός δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομιά που έχει επαχθεί στον αντιπροσωπευόμενο τηρουμένων των διατυπώσεων που ο νόμος επιτάσσει, προκειμένου δε περί αποποιήσεως ανηλίκου πρέπει να υποβληθεί αίτηση από τον εκπροσωπούντο αυτόν και να χορηγηθεί προς τούτο η σχετική άδεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1857 εδ. β’ περ. α,γ και δ ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Ακολούθως, από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ.1 εδα. α’, 1850, 1857, 14 (και 141 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησής της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δε συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης. Η δε εσφαλμένη αυτή γνώση οποίο όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων γιο την αποδοχή της κληρονομιάς (ΟλΑΠ 3/1989 Νοβ 38.606, ΑΠ 173/2014 Νοβ 62.1434, ΑΠ 496/2013 Νοβ 61.1916). Ειδικότερα, η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μια νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομιά επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 1856 ΑΚ).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1 και 2 του ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνο με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Ειδικότερο αποδοχή ή αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ως προς το λόγο της επαγωγής, έστω και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης εκείνου που αποδέχθηκε ή αποποιήθηκε είναι άκυρη (άρθρο 1851 ΑΚ). Δεν αποκλείεται, όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1 του ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης, που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης, ή απειλής. Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνο με τις γενικές διατάξεις γιο τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ. 147 επ.. 150 επ. ΑΚ),που εφαρμόζονται, ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ. Έτσι, αν πρόκειται γιο δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του ΑΚ, ον κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δε συμφωνεί οπό ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης γιο τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση. Προς την πλάνη με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή από μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, γιατί αν έχει πλήρη επίγνωση της άγνοιάς του δεν πλανάται (ΑΠ 725/2014 ο.π.). Η γνώση του κατάχρεου της κληρονομιάς και η για το λόγο αυτό αποποίησή της δε θεμελιώνει δικαίωμα ακύρωσης λόγω πλάνης της αποδοχής κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 εδαφ. γ’ ΑΚ, που ορίζει ότι η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν είναι ουσιώδης, και, ως εκ τούτου, δεν προσπορίζει δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής (ΟλΑΠ 3/1989 ό.π.). Εξάλλου, υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 του ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 του ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 του ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 827/2017 ΝοΒ 66.1016, ΑΠ 951/2013 ΝοΒ 61.2132, Ειρ. Αθ. 857/2019).

Τέλος, απαιτουμένης θετικής γνώσης της επαγωγής και του λόγου της και μη αρκούσης της υπαίτιας άγνοιας αυτής, η κίνηση της πιο πάνω τετράμηνης προθεσμίας δεν άρχεται σε περίπτωση πλάνης του κληρονόμου ως προς την επαγωγή και το λόγο της, ως γεγονότων που αφετηριάζουν την εν λόγω προθεσμία. Ειδικότερα η από τον κληρονόμο μη γνώση της προς αυτόν επαγωγής και του λόγου της εξ αιτίας άγνοιας ή εσφαλμένης γνώσης των νομικών ρυθμίσεων περί αποδοχής κληρονομιάς, αποτρέπει την έναρξη της κρίσιμης προθεσμίας (ΟλΑΠ 3/1989, Ειρ. Αθ. 857/2019, ο.π., Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, έκδ. 1996, άρθρο 1847-1848, αριθ. 11,17, Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδ.1989, σελ. 7).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Newsletter

Προσωπικά δεδομένα & Όροι Χρήσης