Πατήρ Αρσένιος ο Κατάδικος “ΖΕΚ – 18376” (βιβλίο πρώτο)

Ο πατήρ Αρσένιος (1894–1975), ή αλλιώς ο «Κατάδικος ΖΕΚ–18376». Ένας άριστος επιστήμονας τεχνοκριτικός και κατόπιν πιστός ιερεύς…

Χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του π. Αρσενίου

1894: Γεννιέται στη Μόσχα.

1911: Αποφοιτά από το πρακτικό λύκειο και εγγράφεται στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο της Μόσχας.

1917: Αποφοιτά από το πανεπιστήμιο. Συντάσσει τις πρώτες τεχνοκριτικές μελέτες για την αρχαία ρωσική αρχιτεκτονική.

1917-1919: Ζει στην έρημο της Όπτινα. Κείρεται μοναχός και χειροτονείται ιερέας.

1919: Με την ευλογία του πατριάρχου Μόσχας αγίου Τύχωνος (11925) ιερουργεί σε ναούς της πρωτεύουσας.

1921: Διορίζεται προϊστάμενος ενοριακού ναού.

1927: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο βορρά.

1929: Επιστρέφει από την εξορία, αλλά δεν του επιτρέπεται να ζει σε ακτίνα μικρότερη των 100 χιλιομέτρων από τη Μόσχα. Γίνεται πάλι προϊστάμενος ναού. Κατά διαστήματα έρχεται κρυφά στη Μόσχα και συναντά τον ομολογητή επίσκοπο Αθανάσιο Ζαχάρωφ (11962), ο οποίος χειροτονεί πνευματικά του παιδιά.

1931: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται για πέντε χρόνια στο Βολογκόντσκ.

1936: Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται για ένα χρόνο και εξορίζεται πάλι.

1938: Επιστρέφει από την εξορία με τον όρο να ζει μόνο στις περιοχές Βολογκόντσκ, Βλαντιμίρ και Αρχάγγελσκ.

1939: Εξορίζεται για τρίτη φορά στη Σιβηρία και μετά στα Ουράλια.

1942: Βρίσκεται σε Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος.

1958 (Μάρτιος): Απολύεται από το στρατόπεδο και αναχωρεί για το Ροστώφ -Βελίκι της επαρχίας Γιαροσλάδ.

1975: Αποβιώνει και ενταφιάζεται στο Ροστώφ-Βελίκι.

  1. Τό  στρατόπεδο

Το  πυκνό  σκοτάδι  και  η  τρομερή  παγωνιά  είχαν  σφιχταγκαλιάσει  και  ακινητοποιήσει  τά  πάντα, τά  πάντα  εκτός  από  τον  άνεμο, πού  άρπαζε  το  χιόνι  τούφες-τούφες, το  στροβίλιζε  με  μανία  στον  αέρα  και  σχεδόν  αμέσως  το  διέλυε  σ’ένα  αγκαθωτό  σύννεφο. Ύστερα, πέφτοντας  με  ορμή  πάνω  σε  κάθε  εμπόδιο  πού  τολμούσε  ν’αντισταθεί  στην  οργισμένη  πορεία  του, σκόρπιζε  τις  λευκές  νιφάδες, άρπαζε  από  τη  γή  άλλες  και  ξαναριχνόταν  μπροστά  με  λύσσα.

Κάποτε-κάποτε, εντελώς  ξαφνικά, επικρατούσε  μία  στιγμιαία  παράξενη  γαλήνη. Και  τότε, μές  στο  σκοτάδι  της  νύχτας, μι  γιγάντια  κηλίδα  φωτός  διακρινόταν  πάνω  στην  παγωμένη  έκταση. Χαμηλά, ανάμεσα  στις  φωτεινές  ακτίνεςμ απλωνόταν  ένας  καταυλισμός. Παράγκες, παράγκες, αναρίθμητες  παράγκες  ήταν  σκορπισμένες  σ’όλο  τον  χώρο.

Οι  πύργοι  με  τους  προβολείς  και  τους  φρουρούς  χάνοντας  στον  σκοτεινό  ορίζοντα. Τά  τεντωμένα  αγκαθωτά  σύρματα  σχημάτιζαν  αρκετές  σειρές. Ανάμεσά  τους  κυκλοφορούσαν  ελεύθερα  οι  τετράποδοι  ακοίμητοι  φύλακες, τά  σκυλιά.

Οι  δέσμες  του  εκτυφλωτικού  φωτός  των  προβολέων  ξεκινούσαν  από  τους  πύργους, έπεφταν  στη  γή, ύστερα  γλιστρούσαν  λίγο  πιο  πάνω, ανέβαιναν  στις  ξύλινες  στέγες, ξανάπεφταν  στη  γή  και  έτρεχαν  ανάμεσα  στα  συρματοπλέγματα, για  να  επαναλάβουν  μετά  από λίγα  δευτερόλεπτα  την  ίδια  πορεία. Από  τους  πύργους, οι  στρατιώτες,με  τά  αυτόματα, παρακολουθούσαν  αδιάκοπα  τις  λουρίδες  της  γής  ανάμεσα  στα  συρμάτινα  τείχη.

Μά  η  γαλήνη  δεν  κρατούσε  για  πολύ. Μετά  από  λίγο  ξεσπούσε  πάλι  ο  άνεμος  με  βουητά, σφυρίγματα  και  μουγγρητά. Το  αφηνιασμένο  χιόνι  ξανάκρυβε  τη  φωτεινή  κηλίδα  και  το  σκοτάδι  αγκάλιαζε  ολόκληρη  την  πεδιάδα.

Το  Στρατόπεδο  Ειδικού  Καθεστώτος  ήταν  ακόμα  βυθισμένο  στον  ύπνο. Και  ξαφνικά, ακούστηκε  ένας  γνώριμος  μεταλλικός  ήχος, ήταν  το  χτύπημα  στην  ατσαλένια  ράγια, πού  κρεμόταν  κάπου  κοντά  στην  είσοδο  του  στρατοπέδου. Σχεδόν  αμέσως  ακολούθησαν και  άλλα  όμοια  χτυπήματα  από  διαφορετικά  σημεία.

Οι  προβολείς  στους  πύργους  κινήθηκαν  νευρικά. Οι  πύλες  ανοίχτηκαν. Κλειστά  φορτηγά, το ένα  πίσω  από  το  άλλο, μπήκαν  μέσα. Έφερναν  τους  αναμορφωτές, τους  επόπτες – τους  ‘’εργάτες’’  και  ‘’μισθωτούς’’  του  καθεστώτος.

Τά  αυτοκίνητα  σκορπίστηκαν  στο  χώρο  του  καταυλισμού. Ευέλικτες  φιγούρες  πήδησαν  έξω  και  πλησίασαν  βιαστικά  τους  ξύλινους  θαλάμους. Τέσσερις  άνθρωποι  πήγαιναν  σε  κάθε  παράγκα  και  την  ερευνούσαν  προσεκτικά  απ’όλες  τις  πλευρές. Έκαναν  έλεγχο  στα  κιγκλιδώματα  των  παραθύρων, στις  κλειδαριές  και  στα  τοιχώματα, ψάχνοντας  για  σημάδια  αποδράσεως  κρατουμένων. Μη  βρίσκοντας  όμως  τίποτε  το  ύποπτο, άνοιξαν  τις  πόρτες.

Τώρα  οι  προβολείς  άρχισαν  να  κινούνται  πιο  νευρικά, οι  φρουροί  να  παρακολουθούν  πιο  προσεκτικά, τά  σκυλιά  να  τρέχουν  πιο  ζωηρά  ανάμεσα  στα  συρματοπλέγματα.

Στο  στρατόπεδο  άρχιζε  ακόμα  μια  μέρα  σαν  τις  άλλες. Χιλιάδες  κρατουμένων  έβγαιναν  από  τους  θαλάμους  για  ναπιάσουν  δουλειά.

Το  νυχτερινό  σκοτάδι  σιγά-σιγά  υποχωρούσε. Χαράματα… πρωϊνό… το  γκρίζο  χειμωνιάτικο  πρωϊνό  του  ρωσικού  βορρά… και  ο  άνεμος  να  συνεχίζει  το  βασανιστικό  έργο  του…

Έξω  από  το  στρατόπεδο, όχι  πολύ  μακρυά  του, ήταν  αναμμένες  κάμποσες  φωτιές. Οι  φλόγες  τους, άλλοτε  φούντωναν  και  τινάζονταν  στα  ύψη, άλλοτε  χαμήλωναν  σχεδόν  ως  το  έδαφος. Οι  φωτιές  αυτές  άναβαν  νύχτα-μέρα  χωρίς  διακοπή, για  να  θερμαίνεται  η  παγωμένη  γή  και  να  σκάβονται  έτσι  ευκολότερα  οι  μεγάλοι  τάφοι, όπου  θάβονταν  ομαδικά  οι  νεκροί  κρατούμενοι. Το  στρατόπεδο  έστελνε  εκεί  καθημερινά  δεκάδες  τροφίμων  του, πού  πλήρωναν  έτσι  τον  βαρύτερο  και  τραγικότερο  φόρο  στο  κυρίαρχο  καθεστώς.

  • Η  παράγκα

Το  Στρατόπεδο  Ειδικού  Καθεστώτος  ζωντάνεψε. Οι  πόρτες  των  θαλάμων  ανοιγόκλειναν  με  θόρυβο. Οι  κρατούμενοι  πετάγονταν  έξω  κι  έμπαιναν  στη  γραμμή  για  τον  πρωϊνό  έλεγχο. Τους  άρπαζαν  αμέσως  το κρύο, ο  άνεμος  και  το  σκοτάδι.

Από  παντού  ακούγονταν  φωνές, από  μιάν  άκρη  και  βρισιές – κάποιον  έδερναν…

Σε  φάλαγγα  πήγαιναν  για  το  συσσίτιο, κι  από  κεί  στη  δουλειά.

Η  παράγκα  άδειασε  από  τους  ενοίκους  της, που  άφησαν  όμως  πίσω  τους  μιάν  αφόρητη, μιάν  αποπνικτική  δυσοσμία – από  τον  ιδρώτα  και  τά  σαπισμένα  ρούχα, από  τά  ούρα  και  τά  κόπρανα, από  τη  μούχλα  και  την  απολυμαντική  φαινόλη.

Η  παράγκα  άδειασε, μα  λές  κι ακούγονταν  ακόμα  εκεί  οι  κραυγές  των  εποπτών  και  οι  βλαστήμιες  των  καταδίκων.

Η  παράγκα  άδειασε, αλλά  δεν  μπορούσε  ν’ απαλλαγεί  απ’ τον  απόηχο  των  βογγητών  και  των  στεναγμών.

Η  παράγκα  άδειασε, ανάμεσα  όμως  στα  άθλια  σανιδοκρέβατα  πλανιόταν  και  τώρα  ο  ανθρώπινος  πόνος, δεμένος  με  την  ανθρώπινη  κακία – δίδυμο  πανάρχαιο, μά  πάντα  καταθλιπτικό  και  απαίσιο.

Το  μόνο  ευχάριστο  πού  είχε  η  παράγκα  ήταν  η  ζεστασιά. Έξω, με  θερμοκρασία  -280C κι  εκείνον  τον  τυραννικό  άνεμο, πάγωναν  όχι  μόνον  οι  κρατούμενοι, μά  και  οι  βαρειά  ντυμένοι  φύλακες.

Ο  καθένας  τώρα  τραβούσε  για  τη  δουλειά  του  με  την  ψυχή  τσακισμένη  από  το  φόβο. Οι  απαιτήσεις  αλλοπρόσαλλες, ο  κόπος  αβάσταχτος, η  σκληρότητα  απίστευτη – όλα  γίνονταν  μέσα  σε  μιάν  ατμόσφαιρα  παραλογισμού, όλα  ήταν  απάνθρωπα και  βασανιστικά, όλα  αποσκοπούσαν  στον  αργό  θάνατο  των  κρατουμένων. Γιατί  σ’ αυτό  το  στρατόπεδο  έκλειναν  μόνο  τους  «εχθρούς  του  λαού»  και  τους  θανατοποινίτες  εγκληματίες. Αντί  να  τους  τουφεκίσουν, τους  έστελναν  στο  Ειδικό, απ’ όπου  ήταν  σχεδόν  αδύνατο  να  βγούν  ζωντανοί.

Ο  π. Αρσένιος, πρώτα  Πέτρος  Αντρέγιεβιτς  Στρελτσώφ  και  τώρα  «ΖΕΚ-18376», βρέθηκε  εδώ  πρίν  από  έξι  μήνες. Και  δεν  άργησε  να  καταλάβει, όπως  όλοι, ότι  σ΄αυτόν  τον  ζοφερό  τόπο  θ’ άφηνε  τά  κόκκαλά  του.

Στην  πλάτη, στο  κασκέτο  και  στα  μανίκια  του  ήταν  ραμμένος  ο  αριθμός  του, πού  τον  έκανε  να  δείχνει  σαν  «άνθρωπος-ρεκλάμα».

Η  δουλειά  του  ήταν  να  συγυρίζει  την  παράγκα  και  ν’ ανάβει  τις  ξυλόσομπες. Έσχιζε  ξύλα  στον  αυλόγυρο  και  τα  κουβαλούσε  μέσα  λίγα-λίγα  κρατώντας  τα  στην  αγκαλιά  του.

  • Κύριε  Ιησού  Χριστέ, Υιέ  του  Θεού, ελέησόν  με  τον  αμαρτωλόν!

Μουρμούριζε  ακατάπαυστα  την  ευχή, καθώς  εκτελούσε  την  υπηρεσία  του.

Τά  ξύλα  ήταν  υγρά  και  παγωμένα. Σχίζονταν  δύσκολα. Τσεκούρια  και  μπαλτάδες  δεν  υπήρχαν – ήταν  αντικείμενα  απαγορευμένα. Αναγκάζονταν  λοιπόν  να  σχίζουν  τά  κούτσουρα  χώνοντας  στις  σχισμές  τους  ξύλινες  σφήνες, πού  τις  χτυπούσαν  μ’ ένα  άλλο  βαρύ  κούτσουρο.

Έτσι  έκανε  και  τώρα  ο  π. Αρσένιος. Μά  το  παγωμένο  κούτσουρο  πού  κρατούσε, γλιστρούσε  και  πεταγόταν  απ’ τ’ αδύνατα  χέρια  του. Η σφήνα  μπηγόταν  με  τρομερή  δυσκολία. Η  δουλειά  προχωρούσε  πολύ  αργά… και  όμως, όταν  θα  επέστρεφαν  οι  κρατούμενοι, ο  θάλαμος  έπρεπε  να  είναι  ζεστός, σκουπισμένος  και  τακτοποιημένος. Δεν  πρόλαβες  να  τελειώσεις? Οι  κρατούμενοι  θα  σε  ξυλοκοπήσουν  και  ο  επόπτης  θα  σε οδηγήσει  στο  απομονωτήριο.

Στο  στρατόπεδο  οι  ξυλοδαρμοί  ήταν  φαινόμενο  ρουτίνας. Τόσο  οι  φύλακες  όσο  και  οι  κατάδικοι  εγκληματίες  χτυπούσαν  κυρίως  τους  πολιτικούς  κρατουμένους. Οι  πρώτοι  για  να  εμπνεύσουν  το  φόβο  και  την  υποταγή. Οι  δεύτεροι  απλά  για  νά  ξεσπάσουν  πάνω  σε  κάποιον, να  εκτονωθούν, να  δώσουν  μια  διέξοδο  στο  συσσωρευμένο  μέσα  τους  μίσος  για  τους  ανθρώπους  και  την  κοινωνία – γι’ αυτό  και  χτυπούσαν  πιο  σκληρά  από  τους  φύλακες, χτυπούσαν  με  άγρια  ικανοποίηση  και  σαδιστική  χαρά, χτυπούσαν  ώσπου  να  εξαντληθούν. Για  τους  εγκληματίες  ο  ξυλοδαρμός  ήταν  μια  διασκέδαση…

  • Κύριε, ελέησέ  με! Βοήθησέ  με! Σ’ Εσένα  ελπίζω, Χριστέ  μου, σ’ Εσένα  και  στην  Παναγία  Μητέρα  Σου!… Μή  με  εγκαταλείψετε! Δώστε  μου  δύναμη!…

Ο  π. Αρσένιος  ψιθύριζε  λόγια  θερμής  προσευχής, καθώς, εξαντλημένος  από  την  κούραση, συνέχιζε  να  μεταφέρει  αγκαλιά-αγκαλιά  τά  ξύλα  και  να  τά  βάζει  μέσα  στις  σόμπες.

Ήρθε  όμως  η  ώρα  για  να  τις  ανάψει, κι  αυτό  δεν  ήταν  τόσο  εύκολο. Τά  κούτσουρα  υγρά, το  προσάναμμα  ελάχιστο. Χθές  είχε  μαζέψει  δυο-τρία  δεμάτια  ξερά  κλαράκια  και  τά’χε  μισοκρύψει  σε  μια  γωνιά. «Με  τούτα  δώ  θ’ ανάψουν  αύριο  ευκολότερα  τά  ξύλα», συλλογίστηκε. Μά  σαν  πήγε  να  τα  πάρει, τα  βρήκε  βρεγμένα  και  αχρηστεμένα: η  γνωστή  συμμορία  είχε  αντιληφθεί  το  σκοπό  του  και  τά  είχε  περιλούσει  μενερό…

Ο  π. Αρσένιος  πήγε  πίσω  απ’ την  παράγκα, όπου  ήταν  στοιβαγμένα  τά  ξύλα, και  άρχισε  να  ψάχνει  για  φλούδες  σημύδας  ή  στεγνά  πελεκούδια.

  • Κύριε  Ιησού  Χριστέ, Υιέ  του  Θεού, ελέησόν  με  τον  αμαρτωλόν!…, επαναλάμβανε  αδιάλειπτα.

Μα  τώρα  πρόσθεσε  και  τούτο:

  • Γενηθήτω  το  θέλημά  Σου!

Πίσω  από  την  παράγκα  ούτε  φλούδες  ούτε  προσανάμματα  υπήρχαν. Πώς  ν’ ανάψει  τις  σόμπες? Τι  να  κάνει? Η  ώρα  περνούσε, και  ο  θάλαμος  δεν  θα  προλάβαινε  να  ζεσταθεί  ώσπου  να  έρθουν  οι  κρατούμενοι.

Στο  μεταξύ, από  την  γειτονική  παράγκα  βγήκε  ο  κρατούμενος  υπηρεσίας  της  ημέρας  εκείνης, ο  γέρο-Σέριϊ (=γκρίζος) – έτσι  τον  φώναζαν  όλοι. Εξηντάρης, με  καλοκάγαθη  όψη, ήταν  ένας  από  τους  φοβερότερους  κακούργους  πού  «φιλοξενούσε» το στρατόπεδο. Η  σκληρότητά  του  δεν  γνώριζε  μέτρο. Περιβόητος  τά  παλαιότερα  χρόνια  σ’ όλη  τη  Ρωσία, δεν  θυμόταν  μήτε  ο  ίδιος  πόσα  εγκλήματα  είχε  διαπράξει. Τά  λίγα  πού  εξιχνιάσθηκαν  ήταν  αρκετά  για  να  τον στείλουν  στο  απόσπασμα. Και  πράγματι  καταδικάστηκε  σε  θάνατο. Τελικά  όμως  οδηγήθηκε  σ’ αυτό  το  στρατόπεδο, πράγμα  πολύ  χειρότερο  για  άνθρωπο  μεγάλης  ηλικίας. Σε  τουφέκισαν? Τέλειωσαν  τά  βάσανά  σου  πάνω  στη  γή. Απεναντίας, στο  Ειδικό  πεθαίνεις  αργά, μαρτυρικά. Κι  αν  ποτέ  γίνει  κάποιο  θαύμα – ναι, μόνο  για  θαύμα  θα  πρόκειται – και  βγείς  από  δώ  μέσα, θα  σε ακολουθεί  η  μια  ή  η  άλλη  αναπηρία.

Ο  γερο-Σέριϊ, λοιπόν, με  το  αδιαφιλονίκητο  εγκληματικό  «κύρος»  του, ασκούσε  σχεδόν  απόλυτο  έλεγχο  σ’ όλη  την  παράγκα. Ένα  νόημά  του  στα  «παιδιά»  ήταν  αρκετό – να  τά  επεισόδια, να  το  ξύλο, να  τά  αίματα… και  μετά? Η  επέμβαση  των  φυλάκων, οι  ανακρίσεις, οι  τιμωρίες – οι  τιμωρίες  πολλών  άλλων, όχι  όμως  και  του  γερο-Σέριϊ. Αυτός  πάντα  γλύτωνε. Ακόμα  και  η  διοίκηση  τον  φοβόταν.

  • Παπά  τι  ψάχνεις? Φώναξε  τώρα  στον  π. Αρσένιο, βλέποντάς  τον  να  τριγυρνάει  τόσην ώρα  ανάμεσα  στα  ξύλα.
  • Ετοίμασα  προσανάμματα  από  χθές  το  βράδυ, και  τά  παιδιά, για  ν’ αστειευθούν, μού  τά  κατάβρεξαν. Τώρα  λοιπόν, ψάχνω  γι’ άλλα  προσανάμματα, γιατί  τά  ξύλα  είναι  υγρά  και  δεν  θ’ ανάψουν. Τι  να  κάνω? Δεν  ξέρω… θα  έρθουν  από  τη  δουλειά  και  η  παράγκα  θα  είναι  παγωμένη – ένα  κακό. Μά  θά  με  ξυλοκοπήσουν  κιόλας – δεύτερο  κακό.
  • Έλα  παπά! Θα  σού  δώσω  εγώ, είπε  άχρωμα  ο  Σέριϊ, και  τον  οδήγησε  στα  δικά  του  ξύλα, όπου  υπήρχε  ολόκληρη  στίβα  από  προσανάμματα.

Ο  π. Αρσένιος  δεν  μπορούσε  να  πιστέψει  στ’ αυτιά  του. «Θα αστειεύεται  φαίνεται», συλλογίστηκε. Ήξερε  καλά  το  χαρακτήρα  του, γι’ αυτό  και  δεν  υπολόγιζε  ποτέ  στη  βοήθειά  του. Τον  άκουσε  όμως  να  του  λέει  και  πάλι:

  • Πάρε, π. Αρσένιε, πάρε  όσα  χρειάζεσαι!…

Ο  μπάτουσκα (* πατερούλης, έτσι  αποκαλούνται  στη  Ρωσία  σεβάσμια  και  προσφιλή  πρόσωπα, κυρίως  κληρικοί  και  μοναχοί) έσκυψε  και  άρχισε  να  μαζεύει  ξυλαράκια. «Σίγουρα  θα  δημιουργήσει  επεισόδιο  για  να  διασκεδάσει  τους  άλλους», σκεφτόταν  με  κάποιο  φόβο. «Να, τώρα  θ’ αρχίσει  να  με  χτυπάει  και  να  φωνάζει: – Oπαπάς, ο  κλέφτης!”. Από  την  άλλη  μεριά, όμως, του  είχε  κάνει  εντύπωση  πού  τον  αποκάλεσε  «π. Αρσένιε».

Συνέχισε  να  μαζεύει, λέγοντας  μέσα  του  την  ευχή.

  • Πάρε  κι  άλλα, π. Αρσένιε! Κι  άλλα!…

Έσκυψε  κι  αυτός  και  άρχισε  να  γεμίζει  την  αγκαλιά  του  με  προσανάμματα. Πήγαν  κι  οι  δυό  φορτωμένοι  στην  παράγκα  και  τ’ άφησαν  κοντά  σε  μια  σόμπα. Ο  π. Αρσένιος  γύρισε  και  του  έβαλε  μετάνοια.

  • Ο  Θεός  να  σε  σώσει! του  είπε.

Ο  Σέριϊ  βγήκε  χωρίς  να  πεί  λέξη.

Σε  λίγο  οι  σόμπες  έκαιγαν. Ο  π. Αρσένιος  έριχνε  κούτσουρα  στη  μία  μετά  την  άλλη, τακτοποιούσε  το  θάλαμο, σκούπιζε  τά  τραπέζια, κουβαλούσε  κι  άλλα  ξύλα…

Πλησίαζε  3  μ.μ. Οι  σόμπες  ήταν  πιά  πυρωμένες. Η  θερμότητα  έκανε  πιο  έντονες  τις  αναθυμιάσεις, πιο  ανυπόφορη  τη  δυσοσμία. Μα  η  γλυκειά  θαλπωρή  έδινε  κάποια  παρηγοριά  στα  κουρασμένα  σώματα  και  τις  απελπισμένες  ψυχές…

Ο  επιτηρητής  ήρθε  δυο-τρείς  φορές, οργισμένος  όπως  πάντα. Βρισιές  και  απειλές  ξεχύνονταν  από  το  στόμα  του. Την  τελευταία  φορά  το  μάτι  του  πήρε  λίγα  πελεκούδια  πεσμένα  στο  πάτωμα. Σήκωσε  τη  γροθιά  του, χτύπησε  τον  π. Αρσένιο  στο  κεφάλι, ευτυχώς  όχι  πολύ  δυνατά, κι  έφυγε  βλαστημώντας.

Ο  μπάτουσκα  είχε  αποκάμει. Το  κεφάλι  του  βούϊζε. Τά πόδια  του  έτρεμαν. Η  καρδιά  του  χτυπούσε. Η  ανάσα  του  κοβόταν. Με  πολύ  κόπο  κρατιόταν  όρυθιος. Στιγμές-στιγμές  φοβόταν  ότι  θα  σωριαζόταν  κάτω.

  • Κύριε!… Κύριε!… Μη  μ’ αφήσεις!…, ψιθύριζε  αγκομαχώντας, καθώς  συνέχιζε  σκυφτός  τη  δουλειά  του.
  • Οι  άρρωστοι

Καιρός  όμως  είναι  να  πούμε, ότι  ο  π. Αρσένιος  δεν  ήταν  μόνος  στο  θάλαμο. Βρίσκονταν  εκεί  τρείς  ακόμα  κρατούμενοι  «εκτός  υπηρεσίας», οι  δύο  βαρειά  άρρωστοι  και  ο  τρίτος, ο  Φέντια, αυτοτραυματισμένος  στο  χέρι  με  τσεκούρι.

Ο  τελευταίος  στροφιγύριζε  ακατάπαυστα  στο  σανιδοκράβατό  του. Κάπου-κάπου  τον  έπαιρνε  ο  ύπνος, και, όταν  ξυπνούσε  φώναζε:

  • Κρυώνω!… ρίξε  ξύλα  στη  φωτιά, παλιόγερε, γιατί  θα  σηκωθώ  και  θα  σού  σπάσω  τά  μούτρα!…

Αμέσως  γύριζε  από  το  άλλο  πλευρό  και  αποκοιμόταν  πάλι.

Οι  άλλοι  δύο  ήταν  σε  κρίσιμη  κατάσταση, ακίνητοι  και  αμίλητοι. Τους  είχαν  αφήσει  εδώ, επειδή  στο  νοσοκομείο  δεν  χωρούσαν.

Γύρω  στις  12  το  μεσημέρι  έκανε  την  εμφάνισή  του  ο  αρχινοσοκόμος. Έριξε  μόνο  μια  ματιά  στους  αρρώστους, χωρίς  να  τους  αγγίξει, και  είπε  στον  π. Αρσένιο  με  δυνατή  φωνή:

  • Θα  τελειώσουν  γρήγορα… τώρα, με  τά  κρύα, πεθαίνουν  πολλοί!

Δεν  τον  ένοιαζε  που  οι  άρρωστοι  τον  άκουγαν. Και  γιατί  να  τον  νοιάζει? Μήπως  όλοι  δεν  ήξεραν, ότι  στο  Ειδικό  θα  είχαν  αργά  ή  γρήγορα  την  ίδια  κατάληξη?

Πλησίασε  τον  Φέντια. Αυτός  άπλωσε  το  τραυματισμένο  χέρι  του  και  άρχισε  να  βογκάει  επιδεικτικά, αφύσικα, θεατρινίστικα.

  • Δεν  με  ξεγελάς  παλιοτόμαρο! του  είπε  σκληρά  ο  αρχινοσοκόμος. Αύριο  θα  πάς  στη  δουλειά! Διαφορετικά, σαν  αυτόχειρα, σε  περιμένει  το  απομονωτήριο… και  θα  ψοφήσεις  εκεί!…

Έφυγε  βιαστικά, όπως  είχε  έρθει.

Ο  π. Αρσένιος  πότε-πότε  πήγαινε  κοντά  στους  δυό  ετοιμοθάνατους  και έκανε  ό,τι  μπορούσε  για  να  τους  ανακουφίσει.

  • Κύριε  Ιησού  Χριστέ! Βοήθησέ  τους! Γιάτρεψέ  τους! Φανέρωσε  το έλεός  Σου! Άφησέ  τους  να  ζήσουν  και  να  βρούν  τη  λευτεριά  τους!… μονολογούσε  καθώς  τούς  σκέπαζε, τους  χάϊδευε  στοργικά  στο  κεφάλι, τους  έδινε  λίγο  νερό  ή  φάρμακο. Αλλά  τι  φάρμακο? Στο  Ειδικό  όλες  οι  αρρώστιες  αντιμετωπίζονταν  με  τη  …θαυματουργική  ασπιρίνη! Ασπιρίνη  για  τον  πυρετό, ασπιρίνη  για  το  χτικιό, ασπιρίνη  για  τά  τραύματα, ασπιρίνη  για  τον  καρκίνο…

Ο  π. Αρσένιος  είχε  κρατήσει  από  την  προηγούμενη  μέρα  ένα  κομμάτι  μαύρο  ψωμί, το  τέταρτο  περίπου  της  ημερήσιας  μερίδας  του. Το  μούσκεψε  στο  νερό  και  πήγε  κοντά  στον  άρρωστο  πού  ήταν  βαριά. Προσπάθησε  να  του  βάλει  μια  μπουκιά  στο  στόμα. Εκείνος  άνοιξε  τά  μάτια. Τον  κοίταξε  με  βλέμμα  σβησμένο, γεμάτο  έκπληξη  και  απορία. Ύστερα, με  μιάν  αργή  και  κουρασμένη  κίνηση, του  έσπρωξε  το  χέρι.

  • Φάτε! Φάτε, για  όνομα  του  Θεού! του  είπε  ο  π. Αρσένιος  ψιθυριστά  αλλά  σε  τόνο  προστακτικό.

Έσπρωξε  σχεδόν  βίαια  το  ψωμί  μέσα  στο  στόμα  του  αρρώστου. Κι  αυτός, αφού  το  κατάπιε  με  δυσκολία, είπε  όλος  θυμό:

  • Έ, για  το  Θεό! Άφησέ  με  ήσυχο! Θα  οικονομήσεις, θαρρείς, τίποτε  από  μένα, μόλις  πεθάνω? Μη  γελιέσαι!…

Ο  π. Αρσένιος  δεν  αποκρίθηκε. Τον  σκέπασε  και  πλησίασε  τον  δέυτερο  άρρωστο. Αφού  τον  βοήθησε  να  γυρίσει  από  το  άλλο  πλευρό, καταπιάστηκε  πάλι  με  το  συγύρισμα  του  θαλάμου.

Αυτή  τη  φορά  τά  προσανάμματα, πού  του  έδωσε  ό  Σέριϊ, δεν τά  έκρυψε. «γιατί  να  τά  κρύψω? Χθές, πού  τά  έκρυψα, έγινε  το  κακό. Και  σήμερα  ο  Θεός  βοήθησε…» Τά  τοποθέτησε, λοιπόν, στη  μέση  της  παράγκας.

Σκέφτηκε  να  κόψει  ξύλα  και  για  την  άλλη  μέρα. Έκανε  να  βγεί  έξω, μά  τότε  θυμήθηκε  παλαιότερα  παθήματά  του: «Μάταια  θα  τά  κόψω. Μέχρι  τον  αυριανό  έλεγχο  θα  μού  τ’ αρπάξουν  οπωσδήποτε…».

Οι  σόμπες  είχαν  γίνει  κατακόκκινες.

Ο  π. Αρσένιος  χαιρόταν – «θα  έρθουν  οι  άνθρωποι  παγωμένοι… θα  ζεσταθούν  και  θα  ξεκουραστούν».

Στο  άνοιγμα  της  πόρτας  φάνηκε  ο  επόπτης  Πούπκωφ. Τριαντάρης  πάνω-κάτω, πάντα  χαμογελαστός, είχε  ονομαστεί  από  τους  κρατούμενους  Βεσιόλιϊ (=χαρούμενος).

  • Έ, παπά! Λουτρό  τον  έκανες  το  θάλαμο! Μπάς  και  πεθύμησες  το  απομονωτήριο? Τά  ξύλα  ανήκουν  στο  λαό, κι  εσύ  τά  σπαταλάς  για  τους  εχθρούς  του  λαού? Θα  σού  δείξω  εγώ, μάγε!

Πλησιάζοντας  με  μεγάλες  δρασκελιές, του κατάφερε  ένα  δυνατό  χτύπημα  στο  πρόσωπο. Και  γυρίζοντάς  του  την  πλάτη, βγήκε  έξω, με  το  χαμόγελο  μόνιμα  ζωγραφισμένο  στα  χείλη.

Ο  π. Αρσένιος  σκούπισε  το  αίμα  με  την  παλάμη  του.

  • Κύριε  ελέησον! Κύριε, μη  μ’ εγκαταλείψεις!…
  • Με  μαεστρία  σού  την  έφερε  στα  μούτρα  ο  παλιάνθρωπος! φώναξε  ο  Φέντια. Και  με  χαμόγελο, έ? Γιατί? Μήτε  κι  αυτός  ξέρει…

Δεν  πέρασε  καλά-καλά  μια  ώρα, και  ο  Βεσιόλιϊ  ήρθε  πάλι  στό  θάλαμο. Ο  π. Αρσένιος  σκούπιζε  το  πάτωμα.

  • Έλεγχος, σηκωθείτε!

Ο  Φέντια  πετάχτηκε  σαν ελατήριο  από  το  ξυλοκρέβατο  και  ο  π. Αρσένιος  έμεινε  ακίνητος, σε  στάση  προσοχής, με  τη  σκούπα  στο  χέρι.

  • Πόσοι  είναι  στο  θάλαμο? Ρώτησε  άγρια  ο  επόπτης, μολονότι  ήξερε  καλά  την  απάντηση.
  • Δύο  στο  κρεβάτι, άρρωστοι  βαριά, απαλλαγμένοι  από  την  υποχρέωση  εργασίας, και  ένας  τρίτος, πού  ξαναπιάνει  αύριο  δουλειά.

Ο  Βεσιόλιϊ  έκανε  μερικά  βήματα  προς  τά  κρεβάτια  των  δύο  αρρώστων  και  άφησε  το  βλέμμα  του  να  πλανηθεί  για  λίγα  δευτερόλεπτα  πάνω  τους. Κατάλαβε, ή  μάλλον  το  γνώριζε  καλά, ότι  δεν  ήταν  σε  θέση  να  σηκωθούν. Ωστόσο  τους  έβαλε  τις  φωνές – έτσι, από  συνήθεια – χωρίς  να  τους  πλησιάσει. Φοβόταν  μήπως  έχουν  καμιά  μολυσματική  ασθένεια.

  • Εσύ, παπά, πρόσεξε! Να  υπάρχει  τάξη  στο  θάλαμο!… έννοια  σου, και  γρήγορα  θα  σε  καλέσουν  όπου  σού  πρέπει. Εκεί  θα  τραγουδήσεις!

Βλαστήμησε  χυδαία  και  βγήκε.

Σουρούπωνε. Το  σκοτάδι  έπεφτε  γοργά, και  οι  κρατούμενοι  από  στιγμή  σε  στιγμή  θα  γύριζαν  από  τη  δουλειά. Θα  γύριζαν  παγωμένοι  και  κατάκοποι, μά  και  με  τά  νεύρα  τεντωμένα. Θα  πέφτανε  πάνω  στα  κρεβάτια  τους  σχεδόν  αναίσθητοι. Ο  θάλαμος  θα  γέμιζε  λάσπες, υγρασία, αναστεναγμούς, βλαστήμιες, αισχρόλογα…

Μισή  ώρα  αργότερα  τους  οδηγούσαν  σε  ειδικό  χώρο  για  συσσίτιο. Η  ώρα  εκείνη  για  πολλούς  από  τους  πολιτικούς  κρατούμενους  ήταν  ώρα  μαρτυρίου. Οι  ποινικοί  κρατούμενοι  τους  χτυπούσαν  χωρίς  ενδοιασμούς  και  τους  άρπαζαν  το  φαγητό. Οι  πιο  δυνατοί, βέβαια, αντιστέκονταν  και  κατόρθωναν  να  περισώσουν  κάτι  από  τη  μερίδα  τους. Μά  οι  ασθενικοί  έμεναν  πολύ  συχνά  εντελώς  νηστικοί.

Οι  πολιτικοί  κρατούμενοι  ήταν  σ’ όλους  τους  θαλάμους  πολύ  περισσότεροι  από  τους  εγκληματίες. Οι  τελευταίοι  όμως, με  τη  χαρακτηριστική  τους  ωμότητα  και  με  την  τρομοκρατία, ασκούσαν  σχεδόν  πλήρη  έλεγχο  στους  υπολοίπους.

Το  φαγητό  ήταν  αξιοθρήνητο. Οι  μερίδες  ασήμαντες. Τά  τρόφιμα  μισοχαλασμένα, συχνά  μύριζαν  πετρέλαιο. Και  όμως, για  τους  κρατούμενους  το άθλιο  τούτο  γεύμα  ήταν  η  μόνη  χαρά, η  μόνη  απόλαυση. Ολόκληρη  τη  μέρα, καθώς  δούλευαν, αυτό  σκέφτονταν  και  αυτό  περίμεναν  με  λαχτάρα, μολονότι  δεν  επαρκούσε  για  την  ανάκτηση  των  δυνάμεων  πού  ξόδευαν. Κανένας  πολιτικός  κρατούμενος, ωστόσο, δεν  ήταν  βέβαιος, όπως  είπαμε, ότι  θα  φάει  μετά  τη  δουλειά.

Ο  π. Αρσένιος  στερήθηκε  πολλές  φορές  το  φαγητό  του. Ποτέ  όμως  δεν  βαρυγγώμησε. Έχανε  τη  μερίδα  του? Ερχόταν  αμέσως  στο  θάλαμο, ξάπλωνε  στο  κρεβάτι  του  και  άρχιζε  την  προσευχή.

«Στην  αρχή  ζαλιζόμουνα», διηγόταν  αργότερα  ο  ίδιος, «ένιωθα  ρίγη  από  το  κρύο  και  την  πείνα, το  μυαλό  μου  θόλωνε… αλλά  κάνοντας  τον Εσπερινό  και  τον  Όρθρο, διαβάζοντας  τους  Χαιρετισμούς  της  Παναγίας, του  Αγίου  Νικολάου  και  του  προστάτη  μου  Οσίου  Αρσενίου, παρακαλώντας  το  Θεό  για  τά  πνευματικά μου  παιδιά  και  μνημονεύοντας  τά  ονόματα  όλων  των  κεκοιμημένων  πού  μπορούσα  να  θυμηθώ, έπαιρνα  δύναμη, πολλή  δύναμη. Και  το  πρωί  σηκωνόμουν  από  τό  κρεβάτι – γιατί  συνέβαινε  στχνά  να  ξαγρυπνώ  και  να  προσεύχομαι  όλη  τη  νύχτα – και  αισθανόμουν  χορτάτος  και  από  φαγητό  και  από  ύπνο».

Πνευματικά  παιδιά  ο  π. Αρσένιος  είχε πολλά, τόσο  ελεύθερα  όσο  και  φυλακισμένα. Τ’ αγαπούσε  και  τά  πονούσε  υπερβολικά.

Πρωτύτερα, όταν  ήταν  κλεισμένος  σε  απλές  φυλακές, έπαιρνε  πότε-πότε  κανένα  γράμμα  τους. Από  τότε  όμως  πού  τον  μετέφεραν  σε  Στρατόπεδο  Ειδικού  Καθεστώτος, έχασε  κάθε  επαφή  μαζί  τους. Πίστευαν, είναι  αλήθεια, πώς  είχε  πιά  πεθάνει. Κάποιοι  παράγοντες, στους  οποίους  απευθύνθηκαν, τους  το  είχαν  πεί  απερίφραστα: «μεταφέρθηκε  στο  Ειδικό. Θεωρείται  ανύπαρκτος».

Σκοτάδι. Οι  φάλαγγες  των  κρατουμένων, η  μια  πίσω  από  την  άλλη, μπαίνουν  στο  χώρο  του  στρατοπέδου  και  μοιράζονται  στις  παράγκες. Τά  «παιδιά»  μπαίνουν  με  ανακούφιση  στον  ζεστό  θάλαμο  και, από  τη  χαρά  τους, βρίζουν  και  αισχρολογούν  πιο  πολύ  από άλλες  φορές.

Τον  π. Αρσένιο  δεν  τον  χτύπησαν  σήμερα. Μήτε  το  φαγητό  του  πείραξαν. Από  τις  μερίδες  όμως  των  κατακοίτων  ο  παππούλης  μπόρεσε  να  περισώσει  μόνο  μισή  φέτα  ψωμί. Την  έκρυψε  στον  κόρφο  του  μαζί  μ’ ένα  κομμάτι  πικρή  μουρούνα, από  τη  δική  του  μερίδα, και  τράβηξε  βιαστικά  για  το  θάλαμο.

Χώρισε  στη  μέση  το  ψωμί  και  το  ψάρι, και  τάϊσε  τους  αρρώστους. Ύστερα  τους  ανάγκασε  να  πιούν  από  μιάν  ασπιρίνη  λιωμένη  σε  ζεστό  νερό. Τέλος, αφού  τους  βοήθησε  να  ουρήσουν  σ’ ένα  τενεκεδένιο  κουτί, τους  καθάρισε  όπως-όπως  και  τους  σκέπασε.

Σε  πέντε  μέρες  οι  άρρωστοι  παρουσίασαν, εντελώς  απροσδόκητα, σημεία  βελτιώσεως. Ήταν  όμως  ανήμποροι  να  σηκωθούν. Θα  ζούσαν?…

Ο  π. Αρσένιος  συνέχισε  να  τους  φροντίζει  και  να  τους  εξυπηρετεί  μέρα-νύχτα. Τι  άνθρωποι  ήταν, δεν  ήξερε. Την  περιποίησή  του  τη  δέχονταν  ψυχρά. Χωρίς  αυτόν, όμως, θα  ήταν  από  καιρό  χωμένοι  στην  παγωμένη  γή. Δεν  μιλούσαν  ποτέ  για  τον  εαυτό  τους. Μά  κι  ο  π. Αρσένιος  δεν  τους  έκανε  καμιά  σχετική  ερώτηση. Ο  «νόμος  της  σιωπής», ένας  άγραφος  νόμος  του  στρατοπέδου, δεν  επέτρεπε  «αδιάκριτες»  ερωτήσεις. Πόσους  τέτοιους  ανθρώπους  είχε  δεί  στις  φυλακές, απ’ όπου  είχε  περάσει! Αναρίθμητους! Συναντήθηκαν, χωρίστηκαν, και  ποτέ  δεν  ξαναντάμωσαν. Πού  να  τους  θυμηθεί  όλους!…

Μια  φορά, ο  ένας  άρρωστος  του  είπε  ότι  λέγεται  Ιβάν  Αλεξάντροβιτς  Σαζίκωφ. Αυτό  μονάχα. Καθώς  λοιπόν  τον  διακονούσε, κινούσε  αθόρυβα  τά  χείλη  του  σε  θερμή  προσευχή  τόσο  γι’ αυτόν  όσο  και  για  τους  άλλους. Ο  Ιβάν  Αλεξάντροβιτς  το  παρατήρησε.

  • Προσεύχεσαι, παππούλη! του  είπε. Προσεύχεσαι  για  να  μας  συγχωρεθούν  οι  αμαρτίες  να  μας  βοηθήσει  ο  Θεός… τον  είδες  ποτέ  τον  Θεό?

Κατάπληκτος  παρατηρούσε  ο  π. Αρσένιος  τον  Σαζίκωφ.

  • Πώς  δεν  τον  είδα! είπε, είναι  εδώ, ανάμεσά  μας, και  μας  ενώνει  όλους.
  • Τι  μού  λές  παπά? Σ’ αυτόν  εδώ  το  θάλαμο  κι  ο  Θεός? σάρκασε  ο  άρρωστος.
  • Ναι! Αισθάνομαι  την  παρουσία  του! Τον  βλέπω! Βλέπω, όμως, ότι  και  η  ψυχή  σου, μολονότι  μαυρισμένη  από  τις  αμαρτίες, μολονότι  σκοτεινιασμένη  από  τά  κακουργήματα, έχει  μέσα  της  χώρο  για  το  φώς!…

Το  πρόσωπο  του  Σαζίκωφ  αλλοιώθηκε, άρχισε  να  τρέμει  ολόκληρος.

  • Θα  σε  χτυπήσω  παπά! γρύλλισε. Το  δίχως  άλλο  θα  σε  χτυπήσω… Κάτι  μού  λέει  πώς  εσύ  ξέρεις  πολλά, μόνο  πού  δεν  μπορώ  να  καταλάβω  από  πού…

Χωρίς  ν’ αποκριθεί  ο  π. Αρσένιος, γύρισε  κι  έφυγε.

  • Κύριε  Ιησού  Χριστέ, ελέησόν  με  τον  αμαρτωλόν, μονολογούσε  σιγανά.

Ο  χρόνος  έτρεχε  και  οι  δουλειές  ήταν  πολλές. Καθώς  τις  έκανε, εκτελούσε  μυστικά  τον  μοναχικό  του  κανόνα  και  έλεγε  με  το  νού  του  ό,τι  άλλο  ήξερε  από  τις  προσευχές  και  τις  ιερές  ακολουθίες  της  Εκκλησίας  μας – Εσπερινό, Όρθρο, Παρακλήσεις, Χαιρετισμούς…

Ο  δεύτερος  άρρωστος  ήταν  ένα  τυπικό  θύμα  των  «εκκαθαρίσεων». Σαν  κι  αυτόν  υπήρχαν  αναρίθμητοι  μέσα  στο  στρατόπεδο. Συνηθισμένη  ιστορία.

Μέλος  του  Κόμματος  από  τά  δεκαεπτά  του  χρόνια, είχε  λάβει  μέρος  στην  Οκτωβριανή  Επανάσταση. Γνώριζε  προσωπικά  τον  Λένιν. Στα  1920  διοικούσε  μεγάλη  μονάδα  του  Κόκκινου  Στρατού. Έγινε  πανίσχυρος, όταν  αναδείχθηκε  σ’ ένα  από  τά  ανώτερα  στελέχη  της  Νικαβεντέ*. Με  την  υπογραφή  του  έστειλε  στο  θάνατο  χιλιάδες… και  τώρα  τον έστειλαν  να πεθάνει  στο  Ειδικό. Να  πεθάνει, όπως  τόσοι  άλλοι  πού  βρέθηκαν  εκεί, είτε  από  ψευδείς  καταδόσεις  εχθρών  τους  είτε  για  κάποια  απρόσεκτη  κουβέντα  τους  είτε  για  την  πίστη  τους  είτε, γιατί  απλά  έπρεπε  να  φύγουν  από  τη  μέση, ώστε  να  μην  εμποδίζουν  την  ανάδειξη  κάποιων  άλλων  στα  κρατικά  αξιώματα.

Ο  π. Αρσένιος, μόλις  άκουσε  το  όνομά  του – Αλέξανδρος  Παύλοβιτς  Αφσένκωφ – , τον  θυμήθηκε. Ήταν  ένας  άνθρωπος  για  τον  οποίο  έγραφαν  συχνά  οι  εφημερίδες. Ήταν  όμως  και  εκείνος  πού  υπέγραψε  την  καταδίκη  του  π. Αρσενίου, όταν  η  «τρόϊκα» μετέτρεψε  την  ποινή  του  θανάτου  για  «αντεπαναστατική  δραστηριότητα» σε  δεκαπενταετή  εγκλεισμό  στο  Στρατόπεδο  Ειδικού  Καθεστώτος.

Ο  Αφσένκωφ  έπρεπε  να  ήταν  γύρω  στα  σαρανταπέντε, έδειχνε  όμως  πολύ  μεγαλύτερος. Οι  κακουχίες, η  πείνα, η  εξουθενωτική  δουλειά, οι  ξυλοδαρμοί, το  φάσμα  του  θανάτου  πού  ήταν  διαρκώς  μπροστά  του, όλα  τούτα  τον  είχαν  καταρρακώσει – πάνω  απ’ όλα  όμως  έν’ αβάσταχτο  αίσθημα  ενοχής. Γιατί, λίγον  καιρό  πρίν, έστελνε  ο  ίδιος  άλλους  ανθρώπους  σ’ αυτόν  εδώ  τον  καταραμένο  τόπο. Και  πίστευε  τότε  ειλικρινά, σαν  καθαρός  ιδεολόγος, πώς  ήταν  πράγματι  «εχθροί  του  λαού», που  τους  έπρεπε  και  φυλάκιση  και  εξορία  και  θάνατος.

Τώρα  όμως?… τώρα  οδυνηρά  συνειδητοποίησε  την  πλάνη  του. Βλέποντας  το  δράμα  των  συγκρατουμένων  του, ζώντας  και  ο  ίδιος  το  δικό  του  δράμα, συναισθάνθηκε  πόσο  φρικτό  έργο  επιτελούσε, στέλνοντας  στο  θάνατο  χιλιάδες  αθώους… Αθώους!…

Από  το  ύψος  του  αξιώματός  του  δεν  μπορούσε  να  δεί  την  αλήθεια. Έχασε  την  άμεση  επαφή  με  την  πραγματικότητα  και  τά  γεγονότα. Έδινε  πίστη  στίς  εκθέσεις, στα  «πορίσματα» των  ανακρίσεων, στις  διαβεβαιώσεις  των  υφισταμένων, στη  στεγνή  ντιρεκτίβα…

Ζούσε  ένα  απερίγραπτο  ψυχικό  μαρτύριο. Ήταν  όμως  πολύ  αργά  πιά. Δεν  μπορούσε  να  επανορθώσει. Δεν  μπορούσε  να  βοηθήσει  κανέναν, ούτε  τον  εαυτό  του. Τον  έκαιγαν  οι  τύψεις, τον  έλιωνε  η  κατάθλιψη, τον  πλάκωνε  ένα  αίσθημα  τέλειας  ψυχικής  ερημώσεως. Ήταν  λιγόλογος  αλλά  καλοσυνάτος, καταδεκτικός  και  φιλικός  με  όλους, ακόμα  και  με  τους  χειρότερους  εγκληματίες. Τη  διοίκηση  δεν  τη  φοβόταν. Υπερασπιζόταν  πάντα  τους  αδικημένους, κι  αυτό  του  στοίχιζε  συχνά-πυκνά  την  απομόνωση.

Με  τον  π. Αρσένιο  συνδέθηκε  στενά. Τον αγάπησε  βαθιά  για  την  καλοσύνη  και  τη  φιλευσπλαχνία  του.

  • Τι  άνθρωπος  είστ’ εσείς, π. Αρσένιε! του  έλεγε. Ψυχούλα! Εγώ  όμως  είμαι  κομμουνιστής, ενώ  εσείς  υπηρέτης  της  θρησκείας, ιερέας. Ιδεολογικά  μας  χωρίζει  χάσμα. Κανονικά  θα  έπρεπε  να  βρισκόμαστε  σέ  πάλη…

Ο  π. Αρσένιος  χαμογελούσε  και  τον  ρωτούσε:

  • Μά  για  πέστε  μου, γιατί  πολεμήσατε? ΄Ε?… να, πολεμούσατε, πολεμούσατε… και  τώρα  κατάπιε  κι  εσάς  και  την ιδεολογία  σας  τούτο  δώ  το  στρατόπεδο! Η  δική  μου  πίστη  στο  Χριστό, όμως, και  εκεί, στην  ελευθερία, ήταν  μαζί  μου, και  εδώ  με  ακολουθεί. Ο  Θεός  είναι  παντού  και  βοηθάει  όλους  τους  ανθρώπους, όπου  κι  αν βρίσκονται. Πιστεύω  ότι  θα  βοηθήσει  κι  εσάς!

Μιάν  άλλη  φορά  πάλι  του  είπε:

  • Εμείς  οι  δύο, Αλέξανδρε  Παύλοβιτς, γνωριζόμαστε  από  παλιά. Ο  Κύριος  μας  έφερε  σε  επαφή  πρίν  από  πολύ  καιρό, σε  χρόνον  ανύποπτο, προετοιμάζοντας  έτσι  τη  συνάντησή  μας  στο  στρατόπεδο.
  • Δεν  μπορεί! διαμαρτυρήθηκε  ο  Αφσένκωφ. Κάποιο  λάθος  θα  κάνετε. Από  πού  κι  ως  πού  θα  μπορούσα  να  σας  ξέρω?
  • Με  ξέρετε, Αλέξανδρε  Παύλοβιτς! Το  1933, όταν  η  Εκκλησία  γνώριζε  σκληρό  διωγμό, όταν  εκατοντάδες  χιλιάδες  πιστών  χριστιανών  εξορίζονταν, όταν  οι  εκκλησίες, με  κάποια  προσχήματα  ή  και  απροσχημάτιστα, σφραγίζονταν, τότε  πέρασα  για  πρώτη  φορά  από  τά  χέρια  σας. Εσείς  μού  υπογράψατε  την  καταδικαστική  απόφαση, το  1939. Και  μετά  από  μερικά  χρόνια, όταν  τύπωσα  και  κυκλοφόρησα  ένα  βιβλίο  μου, μ’ έπιασαν  πάλι  και  με  καταδίκασαν  σε  θάνατο. Εσείς  μετατρέψατε  τη  θανατική  ποινή  σε  κάθειρξη  στο  Ειδικό. Σας  ευχαριστώ… να, λοιπόν, πού  τώρα  ζώ, εκτοπισμένος  έστω, χάρη  σ’ εσάς. Μια  μυστική  φωνή  μέσα  μου  μού  έλεγε, ότι  κάποτε  θα  συναντηθούμε. Το  περίμενα… και  έγινε!… προς  Θεού, μη  νομίσετε  ότι  έχω  κάποιο  παράπονο – όχι! Όλα  παραχωρούνται  από  τον  Κύριο… στον  απέραντο ωκεανό  της  ζωής  των  ανθρώπων, η  δική  μου  ζωή  δεν  είναι  παρά  μια  μικρή  σταγόνα. Πώς  λοιπόν, να  θυμηθείτε, έναν  από  τους  αναρίθμητους  ανθρώπους, πού  ήταν  γραμμένοι  στον  κατάλογο  των  καταδίκων? Μόνο  ο  Θεός  είναι  παντογνώστης. Στα  δικά  Του  χέρια  βρλισκεται  η  τύχη  όλων  μας…

* Στο  Σοβιετικό  καθεστώς  η  Πολιτική  Αστυνομία  και  Ασφάλεια  γνώρισε  4  μορφές  και  ονομασίες. Το  1917  ιδρύθηκε  από  τον  Λένιν  η  Τ σ ε κ ά (=Έκτακτη  Πανρωσική  Επιτροπή), πού  σκοπό  της  είχε  τη  δίωξη  και  συντριβή  κάθε  αντεπαναστατικής  ενέργειας  και  την  προσαγωγή  των  ενόχων  ενώπιον  του  Επαναστατικού  Δικαστηρίου. Καταργήθηκε  το  1922  και  αντικαταστάθηκε  από  την  Γ κ ε π ε ο ύ (=Κρατική  Πολιτική  Αστυνομία). Αυτήν  την  διαδέχθηκε  το  1934  η  Ν ι κ α β ε ν τ έ (=Λαϊκή  Επιτροπή  Εσωτερικών  Υποθέσεων»), η  οποία  αργότερα  έδωσε  τη  θέση  της  στην  Κ α γ κ ε μ π έ (=Επιτροπή  για  την  Ασφάλεια  του  Κράτους).

  • Ο  παπαδάκος

Οι  πολιτικοί  κρατούμενοι  γνώριζαν  καλά, ότι  κάθε  μέρα  πού  περνούσε  τους  έφερνε  πιο  κοντά  στο  αναπόφευκτο  τέρμα  της  βιολογικής  τους  ζωής. Σαν  από  κάποιαν  αυθόρμητη  αντίδραση, λοιπόν, αγωνίζονταν  απεγνωσμένα  να  διατηρήσουν  ζωντανό  το  πνεύμα  τους, να  καταπολεμήσουν  τη  μελαγχολία  και  την  κατάθλιψη, ν’ αποφύγουν  την  τρέλα…

Έτσι  τά  βράδια, μετά  το  φαγητό  και  τον  έλεγχο, σχημάτιζαν  μικροπαρέες  στους  θαλάμους  και  άνοιγαν  συζητήσεις  για  χίλια  δυό  ζητήματα – κοινωνικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, τεχνικά, ιστορικά… Καμιά  φορά  οργάνωναν  πρόχειρα  διαλέξεις  για  το  θέατρο, την  τέχνη  ή  τη  λογοτεχνία, έκαναν  ανακοινώσεις  πάνω  σε  επιστημονικά  θέματα, διάβαζαν ποιήματα  και  διηγήματα… Όλ’ αυτά  ήταν  πράγματι  εντυπωσιακά, μέσα  στο  γενικό  κλίμα  της  βαναυσότητας, τη  ζοφερή  προοπτική  του  σύντομου  θανάτου, τη  συνεχή  και  τυραννική  παρουσία  των  εγκληματιών. Από  το  άλλο  μέρος, όμως, ήταν  και  οι  μοναδικές  απολαύσεις  τους, τά  δεκανίκια  του  αβίωτου  βίου  τους  στο  Ειδικό, ενός  βίου  πού  ο  μέσος  όρος  του  δεν  ξεπερνούσε  τά  δυό  χρόνια!

Τά  κύματα  των  συλλήψεων  είχαν  συσσωρεύσει  στις  παράγκες  του  καταυλισμού  ανθρώπους  όλων  των  μορφωτικών  επιπέδων  και  των  επαγγελμάτων – στρατιωτικούς, κληρικούς, επιστήμονες, ηθοποιούς, συγγραφείς, αγρότες… Σε  κάθε  θάλαμο  είχαν  δημιουργηθεί  άτυπες  «επαγγελματικές  ενώσεις», βασισμένες  στα  κοινά  ενδιαφέροντα  των  «μελών»  τους.

Αποκομμένοι  όλοι  τους  από  τον  υπόλοιπο  κόσμο  και  ξεχασμένοι  από  τους  ανθρώπους, συντηρούσαν  ωστόσο  μέσα  τους  με  πείσμα  τη  μνήμη  του  παρελθόντος  τους, των  οικογενειών  τους, των  ασχολιών  τους.

Στις  συζητήσεις  τους, οι  διαφωνίες  και  οι  αντιπαραθέσεις  ήταν  συχνές. Θύμωναν  για  ψύλλου  πήδημα, επιχειρηματολογούσαν  με  πάθος  και  υπερασπίζονταν  τις  απόψεις  τους  αδιάλλακτα, θαρρείς  και  η  λύση  του  κάθε  προβλήματος  εξαρτιόταν  από  την  αποδοχή  της  γνώμης  τους.

Ο  π. Αρσένιος  δεν  συμμετείχε  στις  διενέξεις. Δεν  είχε, άλλωστε, ενταχθεί  σε  καμιά  «παράταξη». Οι  σχέσεις  του  ήταν  ομαλές  με  όλους. Μόλις  άρχιζε  κανένας  καβγάς, αποσυρόταν  αθόρυβα  στο  κρεβάτι  του  και  αφοσιωνόταν  στην  εσωτερική  προσευχή.

Η  ιντελλιγκέντσια  του  θαλάμου  τού  φερόταν  με  υπεροπτική  συγκαταβατικότητα. «Ο  παπαδάκος», έτσι  τον  έλεγαν. «Γκρίζος  και  χλωμός, καλοκάγαθος  και  εξυπηρετικός, χωρίς  όμως  καμιά  κουλτούρα. Γι’ αυτό  και  είναι  τόσο  προσκολλημένος  στο  Θεό. Άλλο  τίποτα  δεν  υπάρχει  μέσα  του». Μ’ αυτά  τά  λόγια  τον  είχε  περιγράψει  κάποτε  ένας  κουλτουριάρης  πολιτικός  κρατούμενος, εκφράζοντας  την  γνώμη  των  περισσοτέρων.

Μια  φορά  μαζεύτηκαν  δέκα-δώδεκα  άτομα – τεχνοκρίτες, ζωγράφοι, συγγραφείς, ηθοποιοί. Έπιασαν  να  συζητούν  για  την  αρχαία  ρωσική  τέχνη. Ένας  πανύψηλος  κρατούμενος, καθηγητής-τεχνοκριτικός, πού, μετά  τις  τόσες  κακουχίες  του  στρατοπέδου, διατηρούσε  ακόμα  κάτι  από  την  παλιά  του  αρχοντιά  και  επιβλητικότητα, σχεδόν  μονοπωλούσε  το  λόγο. Μιλούσε  ζωηρά, με  στόμφο, και  οι  άλλοι  τον  άκουγαν  με  μεγάλο  ενδιαφέρον. Φαίνεται  πώς  γνώριζε  καλά  το  θέμα, και  γι’ αυτό  ήταν  πειστικός.

Κάποια  στιγμή  πέρασε  δίπλα  τους  ο  π. Αρσένιος, σιωπηλός  όπως  πάντα. Ο  «ψηλός»  διέκοψε  την  ομιλία  του  και  τον  ρώτησε  μ’ ένα  ειρωνικό  χαμόγελο:

  • Eσείς, πάτερ, πού  είστε  τόσος  πιστός  και  πνευματικός, μήπως  μπορείτε  να  μας  πείτε, ποια  είναι  η  σχέση  της  Ορθοδοξίας  με  την  αρχαία  ρωσική  ζωγραφική  και  αρχιτεκτονική, αν  βέβαια  υπάρχει  κάποια  σχέση  μεταξύ  τους?

Οι  άλλοι  γέλασαν  χωρίς  συστολή. Ως  κι  ο  Αφσένκωφ, πού  άκουγε  από  μακριά  όσα  έλεγαν, άθελά  του  χαμογέλασε. Το  ερώτημα  του  καθηγητή  φάνηκε  σ’ όλους  άτοπο, αλλά  δεν  ήταν  παρά  χλευαστικό. Πώς  ν’ απαντήσει  αυτός  ο  απλοϊκός  και  αστοιχείωτος  παπαδάκος?

Ο  π. Αρσένιος  κοντοστάθηκε. Είδε  τά  χαμόγελα  και  κατάλαβε  τη  σημασία  τους.

  • Τώρα… τώρα  θα  έρθω, μόνο  να  τελειώσω  τη  δουλειά  μου, είπε  κι  έτρεξε  πιο  πέρα.
  • Το  παπαδάκι  δεν  είναι  και  τόσο  κουτό, γλύτωσε  το  ντρόπιασμα, σχολίασε  κάποιος.
  • Είναι  γεγονός  πώς  οι  Ρώσοι  παπάδες  ήταν  πάντα  αμαθείς  και  άξεστοι, δογμάτισε  ένας  άλλος.

Ο  «ψηλός»  συνέχισε  να  μιλάει  ακατάπαυστα, σαν  χείμαρρος.

Σε  δέκα  λεπτά  ο  π. Αρσένιος  επέστρεψε  και  τον  διέκοψε.

  • Τελείωσα  τη  δουλειά  μου. Μπορείτε, παρακαλώ, να  επαναλάβετε  το  ερώτημά  σας?

Ο  καθηγητής  τον  κοίταξε  με  ύφος  όλο  οίκτο  και  περιφρόνηση, έτσι  όπως  θα  κοίταζε  τον  πιο  ηλίθιο  φοιτητή  του.

  • Το  ερώτημα, μπάτουσκα, είναι  απλό  αλλά  ενδιαφέρον. Εσείς, ως  εκπρόσωπος  του  ρωσικού  ιερατείου, τι  θα  είχατε  να  πείτε  για  την  επίδραση  της  Ορθοδοξίας  στις  εικαστικές  τέχνες  της  αρχαίας  Ρωσίας? Θα  έχετε  ακούσει  ίσως  για  τους  θησαυρούς  του  Σουζντάλ, του  Ροστώβ, του  Περεγιασλάβλ, της  μονής  Θεραπόντωφ…, καθώς  επίσης  και  για  τις  εικόνες  της  Παναγίας  του  Βλαντιμίρ  και  της  Αγίας  Τριάδος  του  Ρουμπλιώφ. Μπορεί  και  να  τις  γνωρίζετε  από  αντίγραφα. Έ, λοιπόν, πέστε  μας  τις  σκέψεις  σας  για  όλ’ αυτά…

Ο  απλοϊκός  και  καλοκάγαθος  παπαδάκος  έγινε  τώρα  άλλος  άνθρωπος. Έριξε  στον  καθηγητή  μια  ματιά  γεμάτη  αυτοπεποίθηση  και  άρχισε  να  λέει  μέ  φωνή  χαμηλή, αλλά  καθαρή  και  σταθερή:

  • Πολλές  απόψεις  υπάρχουν  γύρω  από  την  επίδραση  της  Ορθοδοξίας  στις  εικαστικές  τέχνες  της  Ρωσίας. Δίαφορες  θεωρίες  διατυπώθηκαν  σχετικά  μ’ αυτό  το  θέμα, για  το  οποίο  κι  εσείς, κύριε  καθηγητά, πολλά  γράψατε  και  διδάξατε. Ορισμένα  συμπεράσματά  σας, όμως, επιτρέψτε  μου  να  σας  το  πώ, είναι  σφαλερά, βιαστικά  ή  και  αντιφατικά. Όσα  αναφέρατε  πρίν  από  λίγο, ήταν  πολύ  πιο  κοντά  στην  αλήθεια  απ’ όσα  κατά  καιρούς  δημοσιεύσατε  στα  βιβλία  και  τά  άρθρα  σας. Θεωρείτε  πώς  η  ανάπτυξη  των  εικαστικών  μας  τεχνών  οφείλεται  σχεδόν  αποκλειστικά  στον  λαϊκό-οικονομικό  παράγοντα. Υποστηρίζετε, δηλαδή, ότι  και  η  καλλιτεχνική  δημιουργία – όπως  κάθε  κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική  και  πνευματική  εκδήλωση  της  ανθρώπινης  ζωής – καθορίζεται  από  τις  υλικές, και  μάλιστα  τις  οικονομικές  συνθήκες. Διαφωνώ  μαζί  σας  και  θεωρώ  ότι  ο  Χριστιανισμός, η  Ορθοδοξία, όχι  μόνο  επέδρασε  καθοριστικά  και  δημιουργικά  στην  ρωσική  ζωγραφική  και  αρχιτεκτονική, αλλά  και  διαμόρφωσε  αποφασιστικά  ολόκληρο  τον  λαϊκό  μας  πολιτισμό  από  τον  10ο  ως  τον  18ο  αιώνα.

Ο  κλήρος  και  ο  μοναχισμός  της  πατρίδας  μας  διδάχθηκαν, από  τά  τέλη  του  10ου  αιώνα, τον  Ορθόδοξο  βυζαντινό  πολιτισμό, και  στη  συνέχεια  τον  μετέδωσαν  στο  λαό  μας. Ο  πολιτισμός  στη  Ρωσία  αρχίζει  ουσιαστικά  με  το  Χριστιανισμό, πουδεχθήκαμε  από  το  Βυζάντιο. Η  πρώτη  ρωσική  γραμματεία  άντλησε  το  περιεχόμενό  της  από  τις  βυζαντινές  πηγές, και  μάλιστα  από  τά  συγγράμματα  των  Πατέρων  της  Ανατολικής  Εκκλησίας, πού  μεταφράσθηκαν  στη  γλώσσα  μας  και  υπήρξαν  τά  θεμέλια  κάθε  μεταγενέστερης  ρωσικής  πνευματικής  δημιουργίας. Όσο  για  τά  έργα  τέχνης, αρχιτεκτονικής  και  ζωγραφικής, ποιος  μπορεί  να  αμφισβητήσει  την  απόλυτη  εξάρτησή  τους  από  τά  ορθόδοξα  ελληνοβυζαντινά  πρότυπα  μέχρι  και  τον  17ο  αιώνα? Η  αυστηρή, όχι  βέβαια  και  δουλική, προσήλωση  των  Ρώσων  καλλιτεχνών  στα  πρότυπα  αυτά – σας  θυμίζω  την  εικόνα  της  Θεοτόκου  του  Βλαντιμίρ, πού  αναφέρατε – παρήγαγε  έξοχα  έργα  χρωματικής  λαμπρότητας, γραμμικής  ευρυθμίας  και  πνευματικού  βάθους, όπως  είναι  το  αριστουργηματικό  έργο  του  Ρουμπλιώφ, η  εικόνα  της  Αγίας  Τριάδος.

Κάθε  εικονογραφικό  έργο  είναι  αδιάσπαστα  δεμένο  με  την  ορθόδοξη  ψυχή  του  δημιουργού  του, με  την  ψυχή  ενός  πιστού, πού  αποδίδει  εικαστικά  όχι  τη  φυσική  πραγματικότητα, όπως  θα  έκανε  ένας  νατουραλιστής  ζωγράφος, αλλά  την  πνευματική  του  εμπειρία, εκείνην  ακριβώς  πού  βίωσαν  και  μας  κληροδότησαν  οι  άγιοι  της  Οροδοξίας.

Στην  ορθόδοξη  εικόνα, τά  πάντα – τά  πρόσωπα, τά  ζώα, το  τοπίο, τά  αρχιτεκτονήματα – έχουν  κάτι  το  φαινομενικά  παράδοξο, κάτι  πού  εσείς  ίσως  θα  το  λέγατε  αφύσικο. Αυτό  δεν  οφείλεται  μήτε  σε  πρόθεση  εντυπωσιασμού  μήτε, πολύ  περισσότερο, σε  αδεξιότητα  του  ζωγράφου. Είναι  μια  πρόσκληση  στην  άτακτη  τάξη  και  στήν  άσοφη  σοφία  του  κόσμου  τούτου, πρόκληση  αντίστοιχη  μ’ εκείνη  του  ευαγγελικού  κηρύγματος. Το  ευαγγέλιο  του  Χριστού  είναι  μωρία  για  τη  σοφία  του  κόσμου. Επειδή  «ουκ  έγνω  ο  κόσμος  διά  της  σοφίας  τον  Θεόν, ευδόκησεν  ο  Θεός  διά  της  μωρίας  του  κηρύγματος  σώσαι  τους  πιστεύοντας» (Α΄ Κορ. 1:21). Σ’ αυτή  τη  «μωρία»  του  ευαγγελίου  ανταποκρίνεται  και  η  «μωρία»  της  εικόνας, πού  σοκάρει  τη  φυσιολογική  όραση, ακριβώς  επειδή  γι’ αυτήν  φυσιολογική  είναι  η  κατάσταση  του  κόσμου  πού  μας  περιβάλλει – του  κόσμου  της  πτώσης, της  αποστασίας  και  της  φθοράς. Η  ορθόδοξη  εικόνα  εκφράζει  την  υπεραισθητή  αλήθεια, τη  θεία  αποκάλυψη, ενσαρκωμένη  στα  εικονιζόμενα  πρόσωπα, που  αποτελούν  πρότυπα  αγιότητας  και  υποδειγματικά  προοίμια  της  μεταμορφώσεως  του  κόσμου, πού  μας  εισάγουν  στο  μυστήριο  του  «μέλλοντος  αιώνος», πού  μας  κατευθύνουν  προς  τη  μέθεξη  των  αοράτων  και  αιωνίων…

Στη  δημιουργία  μιάς  εικόνας, τίποτα  δεν  μπορεί  να  αντικαταστήσει  την  προσωπική  και  συγκεκριμένη  εμπειρία  της  χάριτος. Όποιος  δεν  έχει  αυτή  την  προσωπική  εμπειρία, μπορεί  να  ζωγραφίσει  μιάν  εικόνα  μόνο  μεταδίδοντας  την  εμπειρία  εκείνων  πού  την  είχαν, όπως  δηλαδή  θα  τη  ζωγράφιζαν  οι  παλαιοί  άγιοι  εικονογράφοι. Γι’ αυτό  οι  περισσότεροι  Ρώσοι  εικονογράφοι  εκτελούσαν  την  εργασία  τους  με  ευλάβεια, φόβο  Θεού, προσευχή  και  νηστεία. Και  ο  λαός  μας, πού  καταφεύγει  προσευχητικά  στις  ιερές  εικόνες  τόσο  στη  δυστυχία  όσο  και  στην  ευτυχία  του, έχει  συνδέσει  μ’ αυτές  θαυμαστές  και  υπέροχες παραδόσεις. Διηγούνται, και  το  πιστεύουν  βαθιά, ότι  σε  πολλές  περιπτώσεις  το  χέρι  του  ζωγράφου  το  καθοδηγούσε  άγγελος  Κυρίου. Άλλωστε, οι  παλαιοί  Ρώσοι  εικονογράφοι  δεν  έβαζαν  ποτέ  την  υπογραφή  τους  στις  εικόνες  πού  ιστορούσαν, γιατί  τις  θεωρούσαν  όχι  σαν  έργα  των  χεριών  τους, αλλά  σαν  δημιουργήματα  και  φορείς  της  ευλογίας  και  της  χάριτος  του  Θεού. Κοιτάξτε  οποιαδήποτε  ορθόδοξη  εικόνα  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου  και  συγκρίνετέ  την  με  μια  δυτική  Μαντόννα. Στην  πρώτη  θα  διακρίνετε  το  πνευματικό  βάθος, το  θαύμα  της  πίστεως, την  αλήθεια  της  Ορθοδοξίας. Στη  δεύτερη  θα  δείτε  τη  γυναίκα-ντάμα, γεμάτη  επίγεια  ομορφιά  και  ελκυστικότητα, χωρίς  όμως  θεία  χάρη   και  δύναμη – απλά  μια  γυναίκα. Παρατηρήστε  το  βλέμμα  της  Παναγίας  του  Βλαντιμίρ, και  θα  παραδεχθείτε  πώς  ακτινοβολεί  την  πιο  υψηλή  πνευματικότητα, την  άπειρη  θεία  φιλανθρωπία, την  ελπίδα  της  σωτηρίας…»

Ο  π. Αρσένιος  μιλούσε  ορθωμένος, αλλοιωμένος, συνεπαρμένος  από  τά  ίδια  του  τά  λόγια. Ο  λόγος  του  ήταν  σαφής, εκφραστικός, σαγηνευτικός.

Αφού  αναφέρθηκε  σε  συγκεκριμένες  και  ιστορικές  ρωσικές  εικόνες, αποκαλύπτοντας  και  αναλύοντας  με  τρόπο  έξοχο  την  ουσία  και  το  πνεύμα  της  αρχαίας  ρωσικής  ζωγραφικής, έκανε  το ίδιο  και  για  την  αρχιτεκτονική, με  αναφορά  στα  μνημεία  του  Ροστώφ-Βελίκι, του  Σουζντάλ, του  Βλαντιμίρ, του  Ούγκλιτς  και  της  Μόσχας. Και  κατέληξε  με  τούτα  τά  λόγια:

  • Χτίζοντας  τις  εκκλησιές  του  ο  ορθόδοξος  Ρώσος, υποχρέωσε  τις  πέτρες  να  ψάλλουν  στο  Θεό, να  μιλούν  στον  άνθρωπο  για  το  Θεό, να  δοξάζουν  το  Θεό!

Μιάμιση  ώρα  ήταν  κρεμασμένοι  από  τά  χείλη του  οι  «κουλτουριάρηδες»  του  θαλάμου – έκθαμβοι, σαστισμένοι, αποσβολωμένοι…

Ο  καθηγητής  είχε  ζαρώσει, είχε  καταπιεί  τη  γλώσσα  του. Πού  ήταν  εκείνο  το  κόρδωμα, εκείνη  η  ξιπασιά  και  η  ειρωνική  διάθεση?

  • Συγχωρείστε  με, ψέλλισε  μετά  από  μικρή  σιωπή! Πώς  γνωρίζετε  τά  συγγράμματά  μου  και  τις  απόψεις μου? Πού  σπουδάσατε  για  την  αρχαία  ρωσική  ζωγραφική  και  αρχιτεκτονική? Αφού  είστε  ιερέας…
  • Πρέπει  ν’ αγαπάμε  την  πατρίδα  μας  και  να  γνωρίζουμε  καθετί  πού  αφορά  την  ιστορία  και  τον  πολιτισμό  της. Κι  ένας  παπαδάκος, όπως  με  χαρακτηρίζετε, οφείλει  να  μπεί  στην  «ψυχή»  της  ρωσικής  τέχνης, για  να  δείχνει  στις  ανθρώπινες  ψυχές, που  ποιμαίνει, την  πραγματικότητα  και  την  αλήθεια, την  ακακοποίητη  και  καθαρή  αλήθεια. Γιατί  πολλοί  άνθρωποι – δυστυχώς  κι  εσείς, κύριε  καθηγητά – καλύπτουν  με  επινοήσεις  και  ψεύδη  ό,τι  πιο  ιερό  υπάρχει  στον  άνθρωπο. Και  αυτό  γίνεται  για  να  εξυπηρετηθούν  εφήμερα  συμφέροντα, φιλοσοφικές  θεωρίες  πού  διαψεύδονται, κοινωνικά  συστήματα  πού  καταρρέουν, πολιτικά  καθεστώτα  πού  ανατρέπονται…

Ο  καθηγητής  είχε  χλωμιάσει.

  • Ποιος  είστε? ρώτησε  μέσ’ απ’ τά  δόντια  του. Ποιο  είναι  το  πραγματικό  σας  όνομα?
  • Το  κοσμικό  μου  όνομα, θέλετε  να  πείτε… Πέτρος  Αντρέγιεβιτς  Στρελτσώφ! Τώρα  είμαι  απλά  ο  π. Αρσένιος, κρατούμενος, όπως  κι  εσείς, στο  Ειδικό…

Ο  καθηγητής  πετάχτηκε  πάνω  κι  έκανε  ένα  βήμα  μπροστά.

  • Πέτρε  Αντρέγιεβιτς!… συγχωρέστε  με… συγχωρέστε  με… δεν  φανταζόμουν, δεν  μπορούσα  να  υποθέσω, πώς  ο  διάσημος  τεχνοκρίτης, ο  συγγραφέας  τόσων  μελετών  και  πραγματειών  γύρω  από  την  ιστορία  της  ρωσικής  τέχνης, ο  δάσκαλος  τόσων  και  τόσων, θα  βρισκόταν  μαζί  μου  σε  τούτο  το  στρατόπεδο, και  μάλιστα  σαν  ιερέας!… εδώ  και  κάμποσα  χρόνια  δεν  είχαμε  καμιά  είδηση  για  σας. Μόνο  τά  άρθρα  και  τά  βιβλία  σας  κυκλοφορούσαν  από  χέρι  σε  χέρι. Δεν  σας  γνώριζα  προσωπικά, αλλά  στις  απόψεις  σας  άσκησα  σκληρή  πολεμική… Πώς  όμως  εσείς, ένας  λαμπρός  επιστήμονας, φτάσατε  να  γίνετε  παπάς?
  • Επειδή  σε  όλα  βλέπω  και  ψηλαφώ  το  Θεό! Γι’ αυτό  έγινα  «ο  π. Αρσένιος». Γι’ αυτό  έγινα  ένας  παπαδάκος. Αν  όμως  θέλετε  να  γνωρίζετε  την  αλήθεια, πρέπει  να  σας  πώ, ότι  ο  ρωσικός  κλήρος  ήταν  η  δύναμη  εκείνη, πού, τον  14ο  και  τον  15ο  αιώνα, έσωσε  την  πατρίδα  μας, συνενώνοντας  το  λαό  και  βοηθώντας  τον  να  αποτινάξει  τον  ταταρικό  ζυγό. Είναι  αλήθεια, βέβαια, ότι  στον  16ο  και  τον  17ο  αιώνα  παρουσιάστηκε  μια  ηθική  κατάπτωση  του  ιερατείου, χωρίς να  λείψουν  και  σ’ αυτό  το  διάστημα  από  την  Εκκλησία  μας  οι  μεγάλες  πνευματικές  προσωπικότητες. Ως  τότε, όμως, ήταν  η  ουσιαστικότερη  δύναμη  της  Ρωσίας.

Μ’ αυτά  τά  λόγια  ο  π. Αρσένιος  γύρισε  και  απομακρύνθηκε. Οι  ακροατές  του  έμειναν  εκεί, όρθιοι, κατάπληκτοι  και  ηττημένοι – ανάμεσά  τους  και  ο  Αφσένκωφ.

  • Να, λοιπόν, σύντροφοι, το  αγαθό  παπαδάκι!…, πέταξε  κάποιος.

Σκόρπισαν  όλοι  σιωπηλά.

Ο  Αφσένκωφ  παρατήρησε, πώς, από  τη  μέρα  εκείνη, η  ιντελλιγκέντσια  του  θαλάμου, μά  και  του  στρατοπέδου  ολόκληρου, άρχισε  ν’ αντιμετωπίζει  τον  π. Αρσένιο  εντελώς  διαφορετικά. Πολλοί  ανακάλυπταν  για  πρώτη  φορά, πώς  η  πίστη  στο  Θεό  όχι  μόνο  δεν  βρίσκεται  σε  αντίθεση  με  την  επιστημονική  γνώση, αλλά  και  συμπορεύεται  μ’ αυτή.

Ο  Αφσένκωφ  ήταν  ιδεολόγος  κομμουνιστής, πού  κάποτε  είχε  πιστέψει  φανατικά  στο  μαρξισμό. Την  πρώτη  του  χρονιά  στο  Ειδικό  ζούσε  απομονωμένος  από  τους  άλλους.

Ήταν  αμίλητος  και  κλεισμένος  στον  εαυτό  του. Ύστερα  πλησίασε  μερικούς  από  τους  συγκρατουμένους  του, παλαιούς  κομμουνιστές  κι  αυτούς. Σύντομα, όμως, έκοψε  κάθε  επαφή  μαζί  τους, καθώς  διαπίστωσε  πώς  η  μόνη  σκέψη  και  επιθυμία  τους  ήταν  να  ξανακερδίσουν  τά  χαμένα  πόστα, να  επιστρέψουν  στην  προηγούμενη  ζωή  του  βολέματος, όχι  να  παλέψουν  ενάντια  στην  αυθαιρεσία  του  Στάλιν, για  τη  δικαιοσύνη  και  την  ελευθερία.

Αναπολούσε  τά  περασμένα  χρόνια… Χωρίς  να  συνειδητοποιήσει  το  πώς, είχε  χάσει  τις  ιδέες, ή  μάλλον  τις  είχε  αντικαταστήσει  με  στεγνές  διαταγές, τυπικές  εγκυκλίους, γραφειοκρατικές  διαδικασίες… Είχε  αποκοπεί  από  τις  πλατειές  μάζες  των  ανθρώπων  και  τά  πραγματικά  τους  προβλήματα. Οι  καταθέσεις  των  «μαρτύρων», οι  ομολογίες  των  «ενόχων», τά  άρθρα    των κομματικών  εφημερίδων – να  τι  είχαν  πάρει  μέσα  του  τη  θέση  των  ζωντανών  ανθρώπων.

Το  στρατόπεδο  διέλυσε  τις  ψευδαισθήσεις  του. Εδώ  αντίκρυσε  τη  ζωή  σ’ όλη  τη  σκληρή  πραγματικότητα. Σιγά-σιγά  δημιούργησε  μια  ζεστή  ανθρώπινη  σχέση  με  όλους  τους  συγκρατουμένους  του  χωρίς  διάκριση. Εγκάρδιος  και  καλοσυνάτος, βοηθούσε  πρόθυμα  όποιον  είχε  ανάγκη.

Ο  π. Αρσένιος  ασκούσε  μιάν  ακαταμάχητη  έλξη  επάνω  του. Στην  αρχή  τον  είχαν  απωθήσει  η  απεριόριστη  πίστη  και  η  αδιάλειπτη  προσευχή  του  παππούλη. Συνάμα, όμως, κάτι  το  ανεξήγητο  τον  τραβούσε  κοντά  του. Δίπλα  στον  π. Αρσένιο  ένιωθε  αναπαυμένος, γαλήνιος, ασφαλής. Αυτός  ο  άνθρωπος  είχε  έναν  μυστικό  τρόπο  να  τον  λυτρώνει  από  τη  θλίψη  και  τη  μελαγχολία, πού  τού  προξενούσαν  οι  δυσκολίες  και  η  καταπίεση  του  στρατοπέδου. Γιατί? Δεν  μπορούσε  να  το  καταλάβει.

Ο  Ιβάν  Αλεξάντροβιτς  Σαζίκωφ, από  το  άλλο  μέρος, έμενε  πάντα  ο  ίδιος: ωμός, αδίσταχτος, εξουσιαστικός… Μόλις  στάθηκε  στα  πόδια  του, οργάνωσε  και  πάλι  υπό  την αφανή  ηγεσία  του  όλους  τους  ποινικούς  καταδίκους  του  στρατοπέδου  σε  μιάν  «εγκληματική  αδελφότητα». Ο  λόγος  του  νόμος, το  κύρος  του  αναμφισβήτητο, η  εξουσία  του  απόλυτη – συγκέντρωνε, βλέπετε, τά  περισσότερα  εγκληματικά  παράσημα…

Μετά  την  ανάρρωσή  του  δεν  έδινε  καμιά  σημασία  στον  π. Αρσένιο. Λίγους  μήνες  αργότερα, όμως, χτύπησε  άσχημα  στο  πόδι. Τον  απάλλαξαν  από  τη  δουλειά  για  πέντε  μέρες. Μά  το  τραύμα  κακοφόρμισε  και  αναγκάστηκε  να  μείνει  στο  κρεβάτι  περισσότερο.Ο  π. Αρσένιος  τον φρόντιζε  κι  αυτή  τη  φορά  με  απέραντη  αγάπη.

Μια  μέρα  ο  Σαζίκωφ  επιχείρησε  να  του  δώσει  ένα  φιλοδώρημα. Ο  π. Αρσένιος  χαμογέλασε  και  του  έσπρωξε  μαλακά  το  χέρι.

  • Δεν  το  κάνω  για  αμοιβή, αλλά  για  σας  τον  ίδιο – για  τον  άνθρωπο!

Ο  σκληροτράχηλος  Σαζίκωφ  είχε  τώρα  μαλακώσει, μόνο  με  τον  π. Αρσένιο  όμως. Άρχισε  να  του  μιλάει  πότε-πότε  για  τη  ζωή  του, κάτι  πού  δεν  είχε  κάνει  ποτέ  πρίν  και  σε  κανέναν  άλλο, μήτε  στους  πιο  στενούς  συντρόφους  του.

  • Δεν  έχω  εμπιστοσύνη  στους  ανθρώπους, πολύ  περισσότερο  στους  παπάδες. Εσένα  όμως, Πέτρε  Αντρέγιεβιτς, σε  εμπιστεύομαι. Δεν  θα  γίνεις  προδότης, ζείς  κοντά  στο  Θεό… Κάνεις  καλοσύνες, όχι  για  το  συμφέρον  σου, αλλά  γιατί  αγαπάς  τους  συνανθρώπους  σου… Και  η  μάνα  μου  τέτοια  ήταν!…
  • Σταματήστε !

Ἔπιασαν φοβερές παγωνιές. Οἱ κρατούμενοι, δουλεύοντας ὅλη μέρα μέσα στό φαρμακερό κρύο, ἀποξύλιαζαν.

Πέθαιναν πολλοί!…. Σχεδὸν κάθε βράδυ γύριζαν στὸ θάλαμο λιγότεροι. Σύντομα ὅμως ὁ ἀριθμός τους συμπληρωνόταν μέ ἄλλους.

Ἡ κατάσταση ἦταν δύσκολη γιά τούς πολιτικούς κρατούμενους. Μετά τή δουλειά, κατάκοποι καὶ ξεπαγιασμένοι καθώς ἦταν, δέν εἶχαν ἄλλη παρηγοριά, μά οὔτε καί ἄλλην ἐλπίδα γιά νά κρατηθοῦν στή ζωή, ἀπό τό φτωχικό συσσίτιο.

Μιά φορά, λοιπόν, οἱ ποινικοί κατάδικοι τούς ἅρπαξαν μέ τή βία τό ψωμί. Ὅταν αὐτό ἔγινε καί τήν ἑπομένη μέρα, ὁ κόμπος ἔφτασε στὸ χτένι.

Μετὰ τὸ φαγητό, ὅταν ὅλοι μαζεύτηκαν στὴν παράγκα καί οἱ πόρτες κλείστηκαν, ἄναψε καβγάς θανάσιμος ἀνάμεσα στούς πολιτικούς κρατουμένους καί τούς ἐγκληματίες.

Ἐπικεφαλῆς τῶν πολιτικῶν ἦταν ὁ Ἀφσένκωφ, δυό-τρεῖς πρώην στρατιωτικοί καί πέντε διανοούμενοι, ἐνῶ τῶν ποινικῶν ὁ Ἰβάν Κάριι, διαβόητος κακοποιός, ταραχοποιός καί δολοφόνος. Ἀκαταγώνιστος χαρτοπαίκτης, εἶχε ἕνα μακάβριο χόμπυ: Ἔπαιζε στά χαρτιά ἀνθρώπινες ζωές!

Οἱ πολιτικοί φώναζαν μέ ἀγανάκτηση:

-Φτάνει πιά! Ἀπαιτοῦμε δικαιοσύνη καί τάξη!

Οἱ ποινικοί ἀπαντοῦσαν μέ προκλητικό σαρκασμό:

-Ἁρπάζαμε καί θά ἁρπάζουμε!…

Ἤξεραν, βλέπετε, πώς ἡ διοίκηση τοῦ στρατοπέδου δέν θά ὑπερασπιζόταν ποτέ τούς πολιτικούς κρατουμένους.

Ἄρχισαν νά πέφτουν οἱ πρῶτες γροθιές. Μετὰ ἀπό λίγο χρησιμοποιήθηκαν σάν ὄπλα τά κούτσουρα. Μερικοί ἐγκληματίες ἔβγαλαν καί μαχαίρια. (Στό στρατόπεδο ἀπαγορευόταν αὐστηρά ἡ κατοχή μαχαιριῶν. Οἱ ἐπόπτες ἔκαναν συχνά ἔρευνες, ἀλλά σχεδόν ποτέ δέν τά ἔβρισκαν).

Μαχαίρωσαν ἕναν στρατιωτικό καί ἄνοιξαν τὰ κεφάλια μερικῶν ἄλλων. Οἱ ποινικοί ἐνεργοῦσαν μεθοδικά καί μέ ἄνεση ἐπαγγελματική. Οἱ περισσότεροι πολιτικοί, ἀπεναντίας, μόνο πού φώναζαν. Δίσταζαν, ἀπό τό φόβο, νά βοηθήσουν τούς δικούς τους.

Οἱ ἐγκληματίες χτυποῦσαν ἀλύπητα. Συντριπτική ἦταν ἡ ὑπεροχή τους καί βέβαιος ὁ θρίαμβός τους.

Τό πάτωμα τοῦ θαλάμου εἶχε κοκκινίσει ἀπό τό αἷμα…

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔτρεξε κι ἔπεσε στά πόδια τοῦ Σαζίκωφ.

-Ἰβάν Ἀλεξάντροβιτς! τόν ἱκέτεψε. Βοηθῆστε! Βοηθῆστε! Μαχαιρώνουν τούς ἀνθρώπους! Δέν βλέπετε; Ποτάμι τό αἷμα! … Στό ὄνομα τοῦ Κυρίου σᾶς παρακαλῶ, σταματῆστε τους! Ἐσᾶς θά σᾶς ἀκούσουν!

Ὁ Σαζίκωφ γέλασε.

-Ἐμένα θ’ ἀκούσουν; Ἐσύ καί ὁ Θεός σου νά βοηθήσετε!….. Ἄ, χά! Γιά κοίτα! Ὁ Ἰβάν Κάριι θά σφάξει τώρα τόν δικό σου, τόν Ἀφσένκωφ! Τούς ἄλλους δυό τούς ξάπλωσε κιόλας…. Πόσο μακριά εἶναι ὁ Θεός σου, παπά!

Αἵματα, κραυγές, βλαστήμιες, βογγητά… Τό αἰώνιο ἀνθρώπινο δράμα… Μέ τήν ψυχή γεμάτη πόνο, ὁ π. Ἀρσένιος τινάχτηκε ἀστραπιαῖα καταμεσίς τῆς συμπλοκῆς, Ὑψώνοντας τά χέρια του, φώναξε δυνατά καί καθαρά:

-Στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, σᾶς προστάζω: Σταματῆστε!

Ἀφοῦ σχημάτισε στόν ἀέρα τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶπε μέ χαμηλωμένη φωνή:

-Φροντίστε τούς τραυματίες.

Πῆγε καί στάθηκε μπροστά στό κρεβάτι του. Ἦταν σάν ἀλλοπαρμένος. Εἶχε βυθιστεῖ στήν προσευχή. Δέν ἔβλεπε καί δέν ἄκουγε τί γινόταν γύρω του –πῶς ἡσύχασαν ἀμέσως ὅλοι, πῶς ἔσυραν ὥς τήν ἔξοδο τούς νεκρούς, πῶς καταπιάστηκαν μέ τήν περιποίηση τῶν τραυματιῶν. Σέ λίγο μέσα στό θάλαμο δέν ἀκουγόταν τίποτ’ ἄλλο, πέρ’ ἀπό τό τρίξιμο τῶν κρεβατιῶν καί τά μουγγρητά ἑνός βαριά τραυματισμένου.

-Συγχώρεσέ με, π. Ἀρσένιε…

Ἡ τρεμάμενη φωνή τοῦ Σαζίκωφ ἔκανε τόν μπάτουσκα ν’ ἀνοίξει τά μάτια του καί νά ἐπιστρέψει στήν πραγματικότητα.

-Συγχώρεσέ με… Δέν πίστευα στόν Θεό, μά τώρα ἀρχίζω νά πιστεύω! Τά ’χω χαμένα… Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς πίστεως! Συγχώρεσέ με πού σέ εἰρωνεύτηκα…

Δύο μέρες ἀργότερα ὁ Ἀφσένκωφ, γυρίζοντας ἀπ’ τή δουλειά, πλησίασε κι αὐτός τόν π. Ἀρσένιο. Στό πρόσωπό του ἦταν ζωγραφισμένη ἡ περίσκεψη μά καί ἡ εὐγνωμοσύνη

-Σᾶς εὐχαριστῶ! Μέ σώσατε….. Μέ σώσατε… Ἡ πίστη σας στό Θεό εἶναι ἀπεριόριστη. Νά βλέποντάς σας, ἀρχίζω κι ἐγώ νά καταλαβαίνω πώς Ἐκεῖνος ὑπάρχει!

Στήν παράγκα κυλοῦσε κανονικά ἡ ζωή -ἤ μᾶλλον τόσο ἡ ζωή ὅσο καί ὁ θάνατος. Κάποιοι κρατούμενοι πέθαιναν καί κάποιοι ἄλλοι τούς ἀντικαθιστοῦσαν, ὤσπου νά ἔρθει ἡ δική τους σειρά…

Ἡ ἁρπαγή τοῦ ψωμιοῦ σταμάτησε. Μιά-δυό ἀπόπειρες ἔγιναν μόνο ἀπό κάποιους ἀδιόρθωτους. Αὐτοί ὅμως ἔφαγαν τόσο ξύλο ἀπό τούς ἄλλους ποινικούς γιά τό τόλμημά τους, ὥστε κανένας δέν ξαναδοκίμασε ν΄ ἁπλώσει χέρι σέ ξένο μερδικό.

Ὁ π. Ἀρσένιος συνέχιζε τή διακονία του στό θάλαμο, μολονότι κάθε μέρα ἔνιωθε καί πιό ἐξαντλημένος. Ζώντας ἀνάμεσα στούς πιό διαφορετικούς ἀνθρώπους -διαφορετικούς στό χαρακτήρα, τή μόρφωση, τήν ἀγωγή, τίς ἐμπειρίες- μέ τήν ἀγάπη του, μέ τήν καλοσύνη του, μέ τόν θερμό καί τρυφερό του λόγο, ἔγινε ὀ συνδετικός κρίκος ὅλων, πιστῶν, κομμουνιστῶν, ἐγκληματιῶν. Μεγάλος ψυχογνώστης, καταλάβαινε τί χρειαζόταν ὁ καθένας καί αὐτό τοῦ ἔδινε. Κέρδιζε τίς καρδιές, μαλάκωνε τόν πόνο, χάριζε ἐλπίδα ζωῆς, δίδασκε τό καλό.

Ὁ Σαζίκωφ καί ὁ Ἀφσένκωφ, χωρίς νά καταλάβουν καί οἱ ἴδιοι τό πῶς, ἔγιναν φίλοι. Μά τί κοινό θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἐγκληματία κι ἔνα πρώην μέλος τοῦ Κόμματος;…

Ὁ π. Ἀρσένιος ἦταν πού τούς ἕνωνε!

  • Ο  ταγματάρχης

Ο  επόπτης  Βεσιόλιϊ  ήταν  στις  κακές  του. Τρείς  φορές  ήρθε  τη  μέρα  εκείνη  στην  παράγκα  για  έλεγχο, βλαστημώντας  ασταμάτητα. Όλα  τά  έβρισκε  στραβά. Την  τρίτη  φορά  χτύπησε  τον  π. Αρσένιο  στο  πρόσωπο. Έφυγε  τρίζοντας  τά  δόντια.

Το  βράδυ  κάλεσαν  τον  μπάτουσκα  στο  Ειδικό  Τμήμα. Κακό  σημάδι…

Το  Ειδικό  Τμήμα  ήταν  ο  φόβος  και  ο  τρόμος  των  κρατουμένων. Εκεί  έπαιρναν  συμπληρωματικές  καταθέσεις  και  αποσπούσαν  ομολογίες  υπαρκτών  ή  ανύπαρκτων  παραπτωμάτων  με  άσκηση  φοβερής  ψυχολογικής  και  σωματικής  βίας. Ζητούσαν  επίσης  από  τον ανακρινόμενο  να  γίνει  μυστικός  συνεργάτης  τους  και  καταδότης  των  συγκρατουμένων  του. Αν  δεν  δεχόταν, τον  βασάνιζαν  απάνθρωπα. Μόνο  σε  μια  περίπτωση  ήταν  φιλικοί: όταν  καλούσαν  κάποιον  για  να  του  ανακοινώσουν  την  απόφαση  παρατάσεως  του  εγκλεισμού  του  στο  στρατόπεδο.

Εικοσιπέντε  περίπου  άτομα  στελέχωναν  το  Ειδικό  Τμήμα. Οι  περισσότεροι  προέρχονταν  από  άλλες  κρατικές  υπηρεσίες, αλλά  είχαν  υποπέσει  σε  κάποιο  πειθαρχικό  παράπτωμα, πού  τους  είχε  στοιχίσει  τη  δυσμενή  μετάθεση – ουσιαστικά  εξορία – σ’ αυτό  το  απόκεντρο  στρατόπεδο. Ήταν  μέθυσοι, ανάλγητοι  και  ατσίδες  στις  ανακρίσεις – «παραδέχεσαι  πώς  είσαι  ένοχος  για  όλα»!

Τον  π. Αρσένιο  τον  ανέκρινε  ένας  εικοσιεπτάχρονος  ανθυπολοχαγός. ‘Αρχισε, όπως  πάντα, με  τυπικά  ερωτήματα: όνομα, επώνυμο, αιτία  καταδίκης, κ.λπ.

Ο  π. Αρσένιος  απαντούσε  ήρεμα.

Ξάφνου  ο  ανθυπολοχαγός  ούρλιαξε:

  • Τά  ξέρουμε  όλα! Μίλα!…

Φωνές… απειλές… και  τέλος  η  αποκάλυψη:

  • Ομολόγησε  ότι  υποκινούσες  σε  στάση  τους  κρατουμένους!

Τώρα  ο  π. Αρσένιος  σώπαινε  και  προσευχόταν.

Ο  ανθυπολοχαγός  φοβέριζε, βλαστημούσε, χτυπούσε  τις  γροθιές  του  στο  τραπέζι. Καθώς  όμως  όλα  τούτα  δεν  έφερναν  αποτέλεσμα, σηκώθηκε  και  γρύλλισε:

  • Δεν  μιλάς? Καλά, λοιπόν! Τώρα  θα  περάσεις  στον  Ταγματάρχη… κι  αν  σού  βαστάει, μην  ομολογήσεις!

Βγήκε  βροντώντας  πίσω  του  την πόρτα.

Γύρισε  μετά  από   δέκα  λεπτά  και  πρόσταξε  τον  π. Αρσένιο  να  τον  ακολουθήσει.

Πήγαν  στο  γραφείο  του  Ταγματάρχη, πού  μόλις  λίγες  μέρες  πρίν  είχε  διοριστεί  στη θέση  του  Προϊσταμένου  του  Ειδικού  Τμήματος.

  • Αφήστε  μας  μόνους, είπε  στεγνά  ο  Ταγματάρχης  στον  ανθυπολοχαγό, παίρνοντας  στα  χέρια  του  τον  φάκελλο  του  π. Αρσενίου.

Ο  ανθυπολοχαγός  αποσύρθηκε  αθόρυβα.

Ο  Ταγματάρχης  σηκώθηκε, πήγε  ως  την  πόρτα, την  κλείδωσε  και  ξανακάθησε  στη  θέση  του. Άνοιξε  το  φάκελλο  και  άρχισε  να  μελετάει  τά  έγγραφα.

Ο  π. Αρσένιος, όρθιος  μπροστά  του, δεν  είχε  στο  νού  του  τίποτ’ άλλο  πέρ’ από  την  ευχή: «Κύριε  Ιησού  Χριστέ, Υιέ  του  Θεού, ελέησόν  με  τον  αμαρτωλόν».

Πέρασαν  μερικά λεπτά  νεκρικής  σιγής.

  • Καθήστε, Πέτρε  Αντρέγιεβιτς. Εγώ  έδωσα  εντολή  να  σας  καλέσουν…

Ήταν  η  φωνή  του  Ταγματάρχη, απροσδόκητα  ευγενική, σχεδόν  τρυφερή.

Ο  π. Αρσένιος  κάθησε. «Τώρα  θ’ αρχίσουν», συλλογίστηκε. «Κύριε, ελέησέ  με! Σε  σένα  μόνο  ελπίζω»!

Ο  Ταγματάρχης  έσκυψε  πάλι  πάνω  απ’ το  φάκελλο. Τά  μάτια  του  στάθηκαν  για  λίγο  στη  φωτογραφία  του  π. Αρσενίου. Καθώς  την  παρατηρούσε, ξεκούμπωσε  αργά  την  αριστερή  επάνω  τσέπη  του  στρατιωτικού  του  χιτωνίου   και έβγαλε  ένα  διπλωμένο  φύλλο  χαρτιού.

  • Πάρτε  το, είπε  προτείνοντάς  το  στον  π. Αρσένιο. Είναι  ένα  σημείωμα  για  σας  από  τη  Βέρα  Ντανίλοβα. Ζεί  και  είναι  καλά. Διαβάστε  το!

Άναυδος  ο  π. Αρσένιος, άπλωσε  το  χέρι  του  και  το  πήρε  σχεδόν  μηχανικά. Τά  είχε  χαμένα. Τι  να πιστέψει?…

Ξεδίπλωσε  το  χαρτάκι  και  διάβασε:

«Σεβαστέ  π. Αρσένιε,

      Το  έλεος  του  Θεού  δεν  έχει  όρια. Εκείνος  σας  φύλαξε. Μην  ξαφνιάζεστε  με  τίποτα.

      Δείξτε  εμπιστοσύνη. Να  προσεύχεσθε  για  μάς  τους  αμαρτωλούς. Ο  Θεός  έσωσε  πολλούς

      από  μας.

      Βέρα».

Η  υπογραφή  ήταν  πράγματι  της  Βέρας  Ντανίλοβα, της  αδελφής  Βέρας, μιάς  από  τις  πιο  πιστές  θυγατέρες  του. Δεν  υπήρχε, άλλωστε, αμφιβολία  πώς  το  σημείωμα  ήταν  γραμμένο  από  την  ίδια, γιατί  κάποτε  είχαν  συμφωνήσει, όταν  θα  αλληλογραφούσαν, να  δίνουν  ένα  χαρακτηριστικό  σχήμα  σε  ορισμένα  γράμματα  της  λέξης  «προσεύχεσθε». Τότε?…

«Κύριε! Σ’ ευγνωμονώ  πού  οικονόμησες  να  μάθω  για  τά  πνευματικά  μου  παιδιά! Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, για  το  μεγάλο  Σου  έλεος!».

Ο  Ταγματάρχης  πήρε  το  σημείωμα  μέσ’ από  τά  χέρια  του  π. Αρσενίου  και  του έβαλε  φωτιά  μ’ ένα  σπίρτο. Το  παρατηρούσαν  κι  οι  δυό  σιωπηλά, ώσπου  έγινε  στάχτη. Ύστερα  σήκωσαν  αργά  τά  μάτια  τους  και  κοιτάχτηκαν  με  ανάμικτα  αισθήματα.

Ο  Ταγματάρχης  έβλεπε  να κάθεται  απέναντί  του  ένα  ταλαιπωρημένο  γεροντάκι  μέ  κοντό  γενάκι  και  ξυρισμένο  κεφάλι. Φορούσε  ένα  παλιό  μπαλωμένο  μπουφάν  και  χοντρό  βαμβακερό  παντελόνι. Ο  φάκελλός  του  αποκάλυπτε  το  λαμπρό  παρελθόν  ενός  σπουδαίου  ανθρώπου: ήταν  γόνος  οικογενείας  επιφανών  επιστημόνων. Αφού  ολοκλήρωσε  τις  σπουδές  του  στο  Πανεπιστήμιο  της  Μόσχας, έγινε  γνωστός  τόσο  στη  Σοβιετική  Ένωση  όσο  και  στο  εξωτερικό, σαν  έξοχος  τεχνοκρίτης  και  συγγραφέας  περισπούδαστων  μελετημάτων  για  την  πρώϊμη  ρωσική  ζωγραφική  και  αρχιτεκτονική. Βαθιά  πιστός  χριστιανός, είχε  χειροτονηθεί  ιερομόναχος  και  χειραγωγούσε  πνευματικά  μια  μεγάλη  ορθόδοξη  κοινότητα, πού, σύμφωνα  με  τά  στοιχεία  της  Αστυνομίας, δεν  διαλύθηκε  ακόμα  κι  όταν  τον  φυλάκισαν.

«Όσο  ζούσε  ελεύθερο  αυτό  το  γεροντάκι», σκεφτόταν  ο  Ταγματάρχης, «συνταίριαζε  την  Πίστη  με  την  Επιστήμη. Κάθε  βιβλίο  του  ήταν  ένας  ύμνος  στην  ομορφιά  της  Ρωσίας, κάθε  άρθρο  του  ένα  προσκλητήριο  φιλοτεχνίας  και  φιλοπατρίας. Τώρα  όλα  τούτα  χάθηκαν  μαζί  του. Όπου  νά’ ναι  θα  τον  επισκεφθεί  ο  θάνατος…»

Οι  ικεσίες  δύο  γυναικών, της  αγαπημένης  του  συζύγου  και  της  Βέρας  Ντανίλοβα, είχαν  οδηγήσει  τον  Ταγματάρχη  στην  τολμηρή  απόφαση  να  βοηθήσει  τον  π. Αρσένιο. Η  Βέρα, πού  ήταν  γιατρός, με  αυτοθυσία  και  ανιδιοτέλεια  είχε  σώσει  κάποτε  από  βέβαιο  θάνατο  τη  σύζυγό  του  και  την  κόρη  του. Βέβαια, κάτω  από  τις  συνθήκες  παρακολουθήσεως  και  αλληλοκαταδόσεων, πού  επικρατούσαν  στο  στρατόπεδο, κάθε  σχετικό  εγχείρημα  ήταν  πολύ  επικίνδυνο. Ο  Ταγματάρχης  όμως  το  αποτόλμησε  και  για  έναν  άλλο  λόγο: από  μια  ακατανίκητη  εσωτερική  παρόρμηση  να  γνωρίσει  τον  π. Αρσένιο  και  να  συνδεθεί  μαζί  του.

Ο  παππούλης  είχε  κλείσει  τά  μάτια  και  φαινόταν  βυθισμένος  στον  εαυτό  του, λές  και  ταξίδευε  νοερά  σ’ άλλους  κόσμους… Ξαφνικά  σαν  να  συνήλθε. Κοίταξε  τον  ταγματάρχη  και  είπε  ήρεμα:

  • Σας  ευχαριστώ  γι’ αυτή  την  ευεργεσία. Στο  όνομα  του  Κυρίου  σας  ευχαριστώ.

Τά  μάτια  του  είχαν  εντυπωσιάσει  τον  Ταγματάρχη  περισσότερο  από  το  καθετί  άλλο. Τι  μάτια  ήταν  αυτά! Γεμάτα  φώς  και  δύναμη, ακτινοβολούσαν  απέραντη  καλοσύνη  και  βαθειά  ψυχογνωσία. Όχι, ο  π. Αρσένιος  δεν  ήταν  ένας ταλαίπωρος, γερασμένος  και  αξιολύπητος  κρατούμενος, μά  ένας  αξιοθαύμαστος  αγωνιστής, ένας  άνθρωπος  σπάνιος, πού, αντί  να  καμφθεί  από  τις  κακουχίες  τού  στρατοπέδου, χαλυβδώθηκε  και  τελειοποιήθηκε  πνευματικά.

Ο  Ταγματάρχης  καταλάβαινε, πώς  ένα  βλέμμα  του  π. Αρσενίου  μπορούσε  ν’ αλλάξει  τις  διαθέσεις  των  ανθρώπων, ένας  λόγος  του  να  κάνει  θαύματα, μια  εντολή  του  ν’ ανοίξει  όλες  τις  πόρτες.

Με  το  πρόσωπο  αλλοιωμένο, κοίταζε  τώρα  ψηλα, πάνω  από  το  κεφάλι  του  Ταγματάρχη, σαν  να  έβλεπε  κάποιον  εκεί. Σηκώθηκε  αργά, έκανε  τρείς  φορές  το  σταυρό  του, έβαλε  μετάνοια  και  ξανακάθησε.

Ο  Ταγματάρχης  τον  ακολούθησε  στις  κινήσεις  αυτές  σχεδόν  ασυναίσθητα. Σαν  σε  όνειρο, έβλεπε  μπροστά  του  όχι  πιά  ένα  γεροντάκι  με  μπαλωμένο  μπουφάν, μά  έναν  ιερέα  μέσα  στα  άμφιά  του, που  επιτελούσε  το  «μυστήριο»  της  προσευχής  ενώπιον  του  Θεού. Συγκλονισμένος, θυμήθηκε  κάτι  μακρυνό  και  ξεχασμένο – όταν, μικρό  παιδί, η  μητέρα  του  τον  πήγαινε  στην  παλιά  εκκλησούλα  του  χωριού  τους… το  θυμήθηκε, και  μια  γλυκειά  θαλπωρή  τύλιξε  την  ψυχή  του.

Ο  π. Αρσένιος  ξανακάθησε. Είχε  γίνει  πάλι  ο  κουρασμένος  γέρος, με  τά  ίδια  όμως  φωτεινά  μάτια.

  • Μ’ έστειλαν  σ’ αυτό  το  στρατόπεδο, Πέτρε  Αντρέγιεβιτς. Έμαθα  πώς  είστε  κι  εσείς  εδώ. Το  είπα  στη  Βέρα  Ντανίλοβα, κι  εκείνη  με  παρεκάλεσε  να  σας  μεταφέρω  ένα  σημείωμά  της. Σας  παρακαλώ  κι  εγώ, όμως, να  βοηθήσετε  έναν  άνθρωπο  πού  μένει  στο  θάλαμό  σας.
  • Κατάλαβα… ξέρω… τον  Αλέξανδρο  Παύλοβιτς! Θα  τον  βοηθήσω. Θα  του  μεταφέρω  ό,τι  μού  πείτε. Όσο  για  σας, Σέργιε  Πετρόβιτς, καταλαβαίνω  πόσο  δύσκολο  είναι  να  συνηθίσετε  στα  νέα  σας  καθήκοντα, και  τι  δεν  γίνεται  εδώ  μέσα!… να  είστε  συγκαταβατικός, στο  μέτρο  των  δυνατοτήτων  σας. Αυτό  θ’ ανακουφίσει  κάπως  τους  κρατουμένους.
  • Ναι, είναι  δύσκολα  εδώ…αλλά  τώρα  έτσι  είναι  παντού – γι’ αυτό  κι  εγώ  βρέθηκα  σ’ αυτή  τη  θέση. Σφίγγεται  η  καρδιά  σου, όταν  βλέπεις  τι  γίνεται  γύρω  σου: παρακολουθήσεις, καταδόσεις, σκευωρίες, εκτοπίσεις, εκτελέσεις… ντρέπομαι  πού  το  λέω, αλλά  φοβάμαι… ο  επόπτης  Πούπκωφ  συνεχώς  σας  καταγγέλλει, μια  για  το  ένα  και  μια  για  το  άλλο. Είναι  φανερό  ότι  σας  αντιπαθεί. Θα  βρώ  τρόπο  να  τον  «περιποιηθώ». Θα  τον  αντικαταστήσω  με  κάποιον  άλλον. Η  κατάσταση, πάντως, δεν  θ’ αλλάξει  σημαντικά, Πέτρε  Αντρέγιεβιτς. Υπομονή! Θα  προσπαθήσω  να  σας  βοηθήσω  όσο  μπορώ – αλλά  πόσο? Πολύ  λίγο, το  ξέρετε! Θα  σας  καλώ  πάντα  μέσω  του  ανθυπολοχαγού  Μάρκωφ. Είν’ εκείνος  πού  σας  ανέκρινε. Άνθρωπος  δύσκολος, αινιγματικός  και  καχύποπτος. Πρέπει  ν’ απαλλαγώ  κι  απ’ αυτόν… Για  να  θολώσω  τά  νερά, θα  διατάξω  να  σας  παρακολουθούν  και  κατά  διαστήματα  να  σας  οδηγούν  σ’ εμένα  για  ανάκριση. Μην  ανησυχείτε, η  παρακολούθηση  δεν  θα  έχει  καμιάν  επίπτωση  στη  ζωή  σας, ούτε  και  στον  προσωπικό  σας  φάκελλο  θα  σημειωθεί  τίποτα. Στον  Αλέξανδρο  Παύλοβιτς  να  πείτε, ότι  ο  Στρατηγός  Σέργιος  Πετρόβιτς  Αμπρόσιμωφ  υποβιβάσθηκε  σε  Ταγματάρχη  και  είναι  τώρα  εδώ. Πολλοί  σύντροφοι  και  παλαιοί  συναγωνιστές  θυμούνται  τον  Αλέξανδρο  Παύλοβιτς, μά  δεν  μπορούν  να  τον  βοηθήσουν. Κάποιοι  πήγαν  και  μίλησαν  στον  Γενικό, αλλά  χωρίς  αποτέλεσμα. «Άς  καθήσει  ακόμα  κάμποσο  καιρό»  είναι  η  απάντησή  του. Και  στο  μεταξύ  ο  αντικαταστάτης  του  κάνει  ό,τι  μπορεί  για  να τον  βγάλει  από  τη  μέση. Είναι  και  άλλοι  πού  θέλουν  να  τον  ξεφορτωθούν, αφενός  γιατί  ξέρει  πολλά  και  αφετέρου  γιατί  είναι  ιδεολόγος, ακέραιος, ευθύς… και  τέτοιους  δεν  τους  θέλουν. Με  τις  πιο  απίθανες  συκοφαντίες  προσπάθησαν  να  αποσπάσουν  τη  συγκατάθεση  του  Πρώτου  για  να  τον  στείλουν  στο  απόσπασμα, αλλά  δεν  το  κατόρθωσαν. Γι’ αυτό  κατέφυγαν  τώρα  σε  πιο  βρώμικες  μεθοδεύσεις. Έχω  την  πληροφορία  ότι  πλεύρισαν  έναν εγκληματία  του  θαλάμου  σας, τον  Ιβάν  Κάριϊ, και  τον  σπρώχνουν  στη  δολοφονία  του  Αλεξάνδρου  Παύλοβιτς. Να… δώστε  του  αυτό  το  σημείωμα. Είναι  από  τη  γυναίκα  του. Θα  τον  παρηγορήσει  και  θα  τον  ενισχύσει. Συμπαρασταθείτε  του  κι  εσείς. Να  φυλάγεται  από  τον  κρατούμενο  Σαβούσκιν, πρώην  Γραμματέα  του  Κόμματος. Ενεργεί  ύπουλα  εναντίον  του. Και  τώρα… πρέπει  να  υπογράψετε  το  καθιερωμένο  πρακτικό  ανακρίσεως. Τι  να  γράψουμε  όμως?… δεν  πειράζει, το  αφήνουμε  για  την  επόμενη  συνάντησή  μας. Μπορείτε  να  πηγαίνετε…

Ο  π. Αρσένιος  χαμογέλασε. Πήρε  ένα  λευκό  φύλλο  χαρτιού  από  το  τραπέζι  και  το  υπέγραψε.

  • Γράψτε  ό,τι  πρέπει, είπε.

Ο  Ταγματάρχης  σηκώθηκε  και  τον  πλησίασε. Με  μιάν  απροσδόκητη  κίνηση, τον έπιασε  από  τους  ώμους  και  είπε:

  • Να  με  θυμάστε…

Κουρασμένος  αλλά  γεμάτος  βιώματα  και  εντπώσεις  ο  π. Αρσένιος  γύρισε  στο  θάλαμο. Έπεσε  αμέσως  στο  κρεβάτι  του, δοξολογώντας  τον  Κύριο  με  στίχους  από  το  αγαπημένο  του  Ψαλτήρι:

  • «Ευλογητός  ο  Θεός, ός  ουκ  απέστησε  την  προσευχήν  μου  και  το  έλεος  αυτού  απ’ εμού»… «Ως  εμεγαλύνθη  τά  έργα  σου, Κύριε»… «Ελέησόν  με, ο  Θεός»…

Οι  άλλοι  τον  περίμεναν  με  αγωνία – ήταν  πιθανό  να  μην  επιστρέψει. Ωστόσο, όταν  μπήκε, κανείς  δεν  τον  ρώτησε  τίποτα. Ήταν  άγραφος  νόμος  στο  στρατόπεδο:κάλεσαν  κάποιον  στο  Ειδικό  Τμήμα? Αν  γύρισε, μην  τον  ρωτάς  τι  έγινε  εκεί. Αλλιώς  θα  πέσει  βαρειά  επάνω  σου  η  υποψία  ότι κάτι  φοβάσαι. Με  τον  καιρό  θα  μιλήσει  ο  ίδιος – αν  μιλήσει.

Ο  π. Αρσένιος  δεν  έκλεισε  μάτι  όλη  τη  νύχτα. Θαύμαζε  την  πρόνοια  του  Θεού  και  προσευχόταν  αδιάλειπτα.

Το  πρωί  σηκώθηκε  και  καταπιάστηκε  με  τις  δουλειές. Η  καρδιά  του  σκιρτούσε  από  μια  θεία  χαρά.

Ο  επόπτης  Πούπκωφ – ο  Βεσιόλιϊ – μπήκε  μια-δυό  φορές  στο  θάλαμο  κι  έριξε  μια  γρήγορα  ματιά  παντού.

  • Έ, παπά! φώναξε. Δεν  σε  ξέκαναν  στο  Ειδικό? Έννοια  σου, και  θα  σε  ξεκάνουν!

Βγήκε  γελώντας.

Το  βράδυ, όταν  οι  κρατούμενοι  γύρισαν  στην  παράγκα, ο  π. Αρσένιος  πλησίασε  τον  Αφσένκωφ.

  • Αλέξανδρε  Παύλοβιτς, τον  παρακάλεσε, βοηθήστε  με  να  κόψω  ξύλα, διαφορετικά  δεν  θα  προλάβω  μέχρι  την  επιθεώρηση.

Η  επιθεώρηση  θα  γινόταν  σε  μιάν  ώρα  περίπου. Ξύλα  μπορούσαν  να  σχίζουν  και  το  βράδυ.

Βγήκαν  έξω. Οι  προβολείς  φώτιζαν  άπλετα  όλη  την  περιοχή.

Ο  π. Αρσένιος  έσκυψε  πάνω  απ’ το  σωρό, πήρε  ένα  κούτσουρο  και  το  έδωσε  στον  Αφσένκωφ.

  • Πάρτε  αυτό  εδώ, καθώς  και  το  σημείωμα. Προσέξτε  μη  σας  πέσει  κάτω! Να  το  διαβάσετε  με  τρόπο, και  μετά  να  το  καταπιείτε! Θα  σά ς εξηγήσω  αργότερα…
  • Τι  σημείωμα? ρώτησε  ο  Αφσένκωφ  σαν  χαμένος. Τι?…

Το  άρπαξε  και  πήγε  κάτω  από  το  πιο  κοντινό  φανάρι. Κάνοντας  ότι  περιεργάζεται  τάχα  το  κούτσουρο  στο  φώς, διάβασε  το  σημείωμα  μια  φορά  κι  ύστερα  δεύτερη. Καυτά  δάκρυα  άρχισαν  να  χαρακώνουν  το  πρόσωπό  του.

  • Καταπιείτε  το! Ψιθύρισε  επιτακτικά  ο  π. Αρσένιος. Και  συγκρατηθείτε!…

Καθώς  έσχιζαν  και  συγκέντρωναν  τά  ξύλα τού  διηγήθηκε  βιαστικά  όσα  είχε  μάθει  από  τον  Αμπρόσιμωφ.

  • Πέτρε  Αντρέγιεβιτς! Αναφώνησε  ο  Αφσένκωφ. Πάτερ  Αρσένιε! Ως  τώρα  δεν  πίστευα  στο  Θεό. Αρχίζω  όμως  να  πιστεύω – πρέπει  να  πιστέψω! Είναι  ένα  σημείωμα  από  τον  αξέχαστο  φίλο  μου  Σέργιο  Πετρόβιτς. Μού  μεταφέρει  γράμμα  από  τη  γυναίκα  μου, την  Αικατερίνα, με  κίνδυνο  της  ίδιας  του  της  ζωής. Παλιά  καραβάνα  ο  Σέργιος  Πετρόβιτς. Ατρόμητος! Υπάρχουν  ακόμη  άνθρωποι, δεν  έχουν  βουιλιάξει όλοι  στην  ατιμία. Η  Αικατερίνα  γράφει  ότι  προσεύχεται  στο  Θεό  για  μένα. Σίγουρα  προσεύχεται  ολόθερμα… Κι  εσείς  εδώ, σ’ αυτόν  τον  άδη, με  βοηθάτε, ζεσταίνετε  την  παγωμένη  καρδιά  μου, δέν  μ’ αφήνετε  μονάχο  με  τις  μαύρες  σκέψεις  μου… Και  μήπως  μόνο  εμένα? Τόσους  και  τόσους… κοιτάξτε  τον  Σαζίκωφ! Πώς  ήταν  και  πώς  έγινε? Αυτός  ο  σκληροτράχηλος  άνθρωπος  μαλάκωσε  ανέλπιστα  και  δέχεται  ό,τι  κι  αν  του  πείτε. Εσείς  ίσως  δεν  το  βλέπετε, εγώ  όμως  το  βλέπω. Βέβαια, δεν  τά  επιτελείτε  όλ’ αυτά  με  τη  δική  σας  δύναμη, αλλά  με  τη  δύναμη  του  Θεού  σας. Δεν  ξέρω  αν  ποτέ  θα  γίνω  βαθιά  πιστός, ξέρω  όμως – γιατί  το  βλέπω – ότι  Εκείνος  υπάρχει! Ο  Θεός  υπάρχει!

Κουβάλησαν  τά  ξύλα  στην  παράγκα. Ο  Σαζίκωφ  σηκώθηκε  από  το  κρεβάτι  του  και  ήρθε  να  τους  βοηθήσει  στη  μεταφορά. Ο  π. Αρσένιος  γνώριζε  καλά  ότι  μπορούσε  να  το  εμπιστευθεί. Του  διηγήθηκε, λοιπόν, όσα  είχε  μάθει  από  τον  Ταγματάρχη.

  • …Θέλουν  να  βγάλουν  από  τη  μέση  τον  Αφσένκωφ  χρησιμοποιώντας  κάποιον  κρατούμενο, ίσως  τον  Ιβάν  Κάριϊ. Κάνε  κάτι. Μόνο  εσύ  μπορείς  να  βοηθήσεις, Σεραφείμ  Αλεξάντροβιτς.

Είχε  αλλάξει  το  όνομα  του  Σαζίκωφ  από  Ιβάν  σε  Σεραφείμ. Έτσι  τον  αποκαλούσε  στις  προσωπικές  τους  επαφές.

  • Εξαιρετική  περίπτωση, είπε  εκείνος. Θα  βοηθήσουμε. Θα  προστατέψουμε  τον  Αλέξανδρο  Παύλοβιτς. Είναι  καλός  άνθρωπος, καθαρός  και  ίσιος. Μη  φοβάστε. Έχουμε  κι  εμείς  τους  τρόπους  μας… και  τά  μυστικά  μας… Θα  μιλήσω  στα  παιδιά. Θα  τον προστατέψουμε!
  • Η  ζωή  συνεχίζεται

Ο  καιρός  περνούσε. Έφυγε  ο  χειμώνας  και  μπήκε  η  άνοιξη, μια  άνοιξη  ζεστή  και  βροχερή. Αναγκάστηκαν  να  διατηρούν  τις  σόμπες  αναμμένες  νύχτα-μέρα, γιατί  η  υγρασία  μούσκευε  τους  τοίχους  και  τά  ρούχα.

Στο  στρατόπεδο  έπεσε  θανατικό. Το  σκορβούτο  θέριζε. Όλο  και  περισσότεροι  έπεφταν. Γέμισε  το  νοσοκομείο  και  οι  άρρωστοι  έμεναν  αβοήθητοι  στις  παράγκες  τους.

Ο  π. Αρσένιος  είχε  λιώσει. Αδυνατισμένος, πετσί  και  κόκκαλο, μόλις  πού  έσερνε  τά  πόδια  του. Εκτελούσε  ωστόσο  την  υπηρεσία  του  μέσα  στο  θάλαμο  όπως  και  πρώτα. Διακονούσε  πάντα  όσους  είχαν  ανάγκη  πρίν  του  το  ζητήσουν. Και  έφευγε  από  κοντά  τους  σιωπηλά  πρίν  τον  ευχαριστήσουν.

Ο  επόπτης  Πούπκωφ  είχε  πάρει  μετάθεση  από  καιρό. Έγινε  προϊστάμενος  της  Δασικής  Υπηρεσίας. Ο  αντικαταστάτης  του  ήταν  άλλος  άνθρωπος – λιγόλογος, απαιτητικός, αλλά  και  δίκαιος. Έτσι  δεν  άργησε  να  πάρει  κι  αυτός  το  παρατσούκλι  του  από  τους  κρατουμένους, τον  ονόμασαν  Σπραβεντλίβιϊ (=δίκαιος).

Ο  Σπραβεντλίβιϊ  απαιτούσε  αυστηρή  εφαρμογή  του  κανονισμού  και  φρόντιζε  ιδιαίτερα  για  την  καθαριότητα. Ποτέ  δεν  χτυπούσε  και  σχεδόν  ποτέ  δεν  θύμωνε.

Πέρασε  και  το  καλοκαίρι. Ήταν  σύντομο  αλλά  βασανιστικό: η  ζέστη  κουραστική  και  τά  κουνούπια  σύννεφο, έφερναν  σε  απόγνωση  τους  ανθρώπους, πού  ξεσπούσαν  κάποτε  σε  φοβερές  νευρικές  κρίσεις.

Τον  π. Αρσένιο  τον  κάλεσαν  δυό  φορές  ακόμα  στο  Ειδικό  Τμήμα. Την  πρώτη  φοράτον  ανέκρινε  μόνο  ο  ανθυπολοχαγός  Μάρκωφ. Την  δεύτερη  ο  Μάρκωφ  τον  έστειλε  και  στον  Ταγματάρχη.

Ο  Αμπρόσιμωφ  ήταν  αναστατωμένος.

  • Δύσκολοι  καιροί, είπε  νευρικά. Στένεψαν  περισσότερο  τά  πράγματα. Είναι  απίστευτο… ο  ένας  παρακολουθεί  τον  άλλον. Όλοι  φοβούνται, ακόμα  και  ο  Διοικητής  του  στρατοπέδου. Μήτε  κι  εγώ, παρά  την  θέση  πού  κατέχω, μπορώ  να  βοηθήσω  κανέναν. Δεν υπάρχουν  πιά  έμπιστοι  άνθρωποι… Πότε  θα  σας  ξανακαλέσω? Δεν  ξέρω! Φοβάμαι, το  ομολογώ. Δεν  σας  λησμονώ  όμως. Κάθε  στιγμή  σάς  έχω  μπροστά  μου. Δώστε  και  τούτο  το  σημείωμα  στον  Αλέξανδρο  Παύλοβιτς. Τον  θυμούνται  στη  Μόσχα… Έχω  ήδη  γράψει  το πρακτικό  της  ανακρίσεως. Υπογράψτε  το… Πράγματα  φοβερά  γίνονται  εδώ. Κι  εγώ  συμμετέχω  σ’ αυτά…
  • «Πάντοτε  τό  αγαθόν  διώκεται»

Τελευταῖα ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἐξαντληθεῖ ἐντελῶς. Μὲ πολλὴ δυσκολία συγύριζε τό θάλαμο. Βλέποντας τήν κατάστασή του οἱ ἄλλοι κρατούμενοι, ἔκαναν ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι τους γιά νά τόν βοηθήσουν.

Μοναδικό του στήριγμα ἦταν ἡ προσευχή. Ὅσοι εἶχαν πιό στενές σχέσεις μαζί του, τὸν ἔβλεπαν κάποτε-κάποτε μεταρσιωμένο. Θαρρεῖς καὶ δὲν βρισκόταν στὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ κάπου μακριά, πολύ μακριά, σ’ ἕνα κόσμο φωτεινό καί πανευφρόσυνο, πού μονάχα ὁ ἴδιος γνώριζε.

Καθὼς ἐργαζόταν, τά χείλη του δέν ἔπαυαν οὔτε στιγμή νά κινοῦνται ἀθόρυβα σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Καί ξαφνικά ἔβλεπες τό πρόσωπό του νά λάμπει καί νά στολίζεται μ’ ἕνα οὐράνιο χαμόγελο θείας εὐδαιμονίας. Ὅποιος ἦταν δίπλα του ἐκεῖνες τὶς στιγμές ξεχνοῦσε τή δυστυχία καί τά προβλήματά του, ἔνιωθε ἀπερίγραπτη χαρά και εὐφορία, ἔπαιρνε δύναμη καί κουράγιο….

Αὐτή ἡ ἐσωτερική κατάσταση ὅμως δέν ἐμπόδιζε τόν π. Ἀρσένιο νά εἶναι κοντά στούς συναθρώπους του, νά γλυκαίνει τόν πόνο τους μέ τήν ἀπέραντη ἀγάπη του, νά κάνει πάντα τό καλό. Ἡ προσευχή καί ἡ φιλανθρωπία ἦταν τά δυό φτερά τῆς ψυχῆς του.

Βοηθοῦσε ὅλους τούς κρατούμενους χωρίς διάκριση -ἐπειδή καί τούς ἀγαποῦσε ὅλους χωρίς διάκριση.

Δέν ἐξέταζε ποτέ τό ἦθoς, τό χαρακτήρα ἤ τό παρελθόν τοῦ ἀνθρώπου πού εἶχε ἀνάγκη ἀπό βοήθεια ἤ συμπαράσταση. Ἔφτανε πού ἦταν ἄνθρωπος- «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Καί θυσιαζόταν γι’ αὐτόν.

Στήν ἀρχή οἱ κρατούμενοι νόμιζαν ὅτι τό ἔκανε γιά ἀνταλλάγματα ἤ ἔστω γιά νά κερδίσει τό θαυμασμό καί τήν εὐγνωμοσύνη τους. Σύντομα ὅμως κατάλαβαν ὅτι δέν εἶχε τέτοια κίνητρα. Τότε ἄλλαξαν στάση ἀπέναντί του.

Οἱ διανοούμενοι ἔβλεπαν στὸ πρόσωπό του τὸν ἐπιστήμονα ποὺ συνταίριασε τὴν πίστη μέ τή γνώση.

Οἱ κομμουνιστές σταμάτησαν νά τόν θεωροῦν «σκοταδιστή» καί ἄρχισαν σιγά-σιγά νά ἀναθεωροῦν τίς ἀπόψεις τους γιά τό χριστιανισμό. Οἱ πιστοί, στό τέλος, ἤξεραν πώς εἶχαν κοντά τους ἕναν ἱερέα-στάρετς, πού βάδιζε στό δρόμο τῆς πνευματικῆς τελειότητας.

Οἱ ἐγκληματίες τόν σέβονταν, στά μέτρα τους βέβαια, καί τόν προστάτευαν. Ἄν κανένας νεοφερμένος ἀποτολμοῦσε ν’ ἁπλώσει χέρι ἐπάνω του, τόν ἔκαναν νά τό μετανιώσει πικρά. Συχνά τὸν πλησίαζαν καί ζητοῦσαν τή συμβουλή του γιά διάφορα προβλήματά τους.

Γιατί ὁ π. Ἀρσένιος δέν τούς περιφρονοῦσε καί δέν τούς ἀπέφευγε, ὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πολιτικοί κρατούμενοι. Ἐκεῖνο ὅμως πού τούς τραβοῦσε περισσότερο κοντά του, ἦταν ὅτι δέν φοβόταν –δέν φοβόταν κανέναν καί τίποτα!

  • «Ου  εισί  δύο  ή  τρείς  συνηγμένοι  εις  τό  εμόν  όνομα…»(Ματθ. 18,20)

Ἕνας νέος κρατούμενος ἦρθε στὸ θάλαμο, καταδικασμένος σέ κάθειρξη εἴκοσι χρόνων βάσει τοῦ ἄρθρου 58. Ἦταν φοιτητής, μόλις εἰκοστριῶν ἐτῶν, καὶ τὸν ἔλεγαν Ἀλέξιο.

Μέ τήν ἀπειρία καὶ τή ζωηράδα τῆς νιότης, δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει σὲ ρήξη μέ τούς ἐγκληματίες. Δέν εἶχε κάνει ποτέ πρίν σέ φυλακές ἤ στρατόπεδα, κι ἔτσι ἀγνοοῦσε πώς ἄν δέν ἤθελε νά πεθάνει πολύ σύντομα, ἔπρεπε νά σωπαίνει, νά ὑποχωρεῖ, νά συμβιβάζεται….

Τά ροῦχα του ἦταν σχεδόν καινούργια. Οἱ ἐγκληματίες ἀποφάσισαν νά τόν γδύσουν. Παλιό τό «ἔθιμο»-ἔπαιζαν στά χαρτιά τά ροῦχα τῶν νεοφερμένων. Ὅποιος κέρδιζε, τά ἔπαιρνε δικαιωματικά. Κάθε ἀντίσταση ἤ ἀντίδραση ἰσοδυναμοῦσε μέ θάνατο.

Νικητής ἀναδείχθηκε ὁ Ἰβάν Κάριι.

Πλησίασε τό παλληκάρι καί τοῦ εἶπε παγερά:

  • Βγάλε, φιλαράκο, τά κουρέλια σου!

Ἔτσι ἄρχισε τό δράμα. Ὁ Ἀλέξιος τόν κοίταξε σάν χαμένος. Μιλοῦσε σοβαρά; Ἦταν δυνατό νά τοῦ ἁρπάξει τά ροῦχα μέ τό ἔτσι θέλω καί νά τόν ἀφήσει γυμνό; Μπά, θ’ ἀστειευόταν… Ὄχι, δέν θά τοῦ τά δώσει. Ὅχι!

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Κάριι ἀποφάσισε νά στήσει «κωμωδία» γιά νά διασκεδάσει τούς συντρόφους του.

Μέ χαϊδευτική φωνή καί εἰρωνικά γλυκόλογα προσπάθησε νά «πείσει» τόν Ἀλέξιο, ὅτι τό συμφέρον του ἦταν νά ὑποκύψει χωρίς ἀντίσταση. Καί ξάφνου, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, τοῦ κατάφερε τό πρῶτο χτύπημα.

Ὁ Ἀλέξιος προσπάθησε ν’ ἀμυνθεῖ. Ἤδη ὅμως ὅλοι μέσα στό θάλαμο γνώριζαν πώς ἦταν ξεγραμμένος. Θά γινόταν μεγάλο «πανηγύρι». Κανείς δέν τολμοῦσε νά μπεῖ στή μέση, νά πεῖ ἔστω μιά κουβέντα, ν’ ἀποτρέψει τήν αἱματοχυσία. Μήτε ὁ Σαζίκωφ. Ἦταν νόμος. Γίνεται ὁποιοδήποτε ξεκαθάρισμα λογαρισμῶν; Σώπα μήν ἀνακατεύεσαι. Ἀνακατεύτηκες; Θά σέ σφάξουν!

Ὁ Κάριι χτυπάει τώρα ἀλύπητα τόν ἀδύναμο νέο. Καί ὅσο τόν χτυπάει, τόσο ἐξαγριώνεται. Τό πρόσωπο τοῦ Ἀλέξιου, πού μάταια πασχίζει νά φυλαχθεῖ, εἶναι κατακόκκινο ἀπό τό αἷμα.

Ὁλόγυρα ἔχουν μαζευτεῖ πολλοί, ποὺ παρακολουθοῦν βουβά.. Οἱ ἐγκληματίες, γιά νά διασκεδάσουν, ἔχουν χωριστεῖ σέ δυό ὁμάδες, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία ὑποστηρίζει τάχα τόν νεαρό φοιτητή.

Τήν ὥρα πού ἄρχιζε ἡ μακάβρια «παράσταση», ὁ π. Ἀρσένιος τακτοποιοῦσε τὰ ξύλα κοντά στίς σόμπες, στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἔτσι δέν εἶδε πῶς ἄρχισε τό κακό. Ὅταν κατάλαβε πῶς κάτι συμβαίνει καί πῆγε κοντά, ἀντίκρυσε τόν Ἀλέξιο, πεσμένο καί αἱμόφυρτο, νά ἔχει γίνει παιχνίδι στ’ ἀτσαλένια χέρια τοῦ θηριώδους Ἰβάν Κάριι.

Ὁ μπάτσουσκα δέν ἔχασε καιρό. Χωρίς διαταγμό, ἤρεμα ἀλλά καί ἐπιτακτικά, παραμέρισε τούς συγκεντρωμένους «θεατές» καί βρέθηκε στή μέση τῆς συμπλοκῆς. Μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια ὅλων, ἔπιασε σφιχτά καί σταθερά τόν Κάριι ἀπό τό χέρι, ἀναγκάζοντάς τον νά σταματήσει.

Ὁ ἐγκληματίας κοίταξε τόν π. Ἀρσένιο μέ ἀπορία. Πῶς τόλμησε ὁ παπάς… Ἄ, ἦρθε, κι ἐκείνου ἡ ὥρα του! Χαμογέλασε ὁ Ἰβάν. Δέν μπόρεσε νά συγκρατήσει ἕνα ξεφωνητό ἄγριας χαρᾶς. Ἐξαρχῆς τοῦ καθόταν στό στομάχι αὐτό τό σιχαμερό γεροντάκι. Θά τό εἶχε περιποιηθεῖ ἀπό καιρό, ἄν δέν φοβόταν τούς ἄλλους. Τώρα ὅμως δέν θ’ ἀντιδράσει κανείς. Ἐκεῖνος ἦταν πού τόν προκάλεσε. Καί, σύμφωνα μέ τό «νόμο», ἔπρεπε νά πληρώσει.

  • Ἔ, λοιπόν, παπά!…., εἶπε μέσ’ ἀπ’ τά δόντα του, σχεδόν μονολογώντας. Ἦρθε ἡ ὥρα σου! Τό τέλος σου! Πρῶτα θά σφάξω τό νεαρό, καί μετά ἐσένα…

Ὅλοι στέκονταν σάν κοκαλωμένοι. Ποιός ν’ ἀνακατευτεῖ; Θά πέσουν ἐπάνω του οἱ ἐγκληματίες καί θά τόν λυντσάρουν σάν παραβάτη τοῦ «νόμου».

Ὁ Κάριι τράβηξε μαχαίρι καί ὅρμησε στόν Ἀλέξιο.

Ἀστραπιαῖα, μέ μιά καταπληκτικά ἐπιδέξια κίνηση, τό χέρι τοῦ π. Ἀρσενίου -τοῦ μειλίχιου, τοῦ ἀνεξίκακου, τοῦ ἀδύναμου π. Ἀρσενίου- ἔπεσε βαρύ καί ἀμείλικτο πάνω στό καρπό τοῦ Κάριι. Τό χτύπημα ἦταν τόσο τρομερό καί τόσο μαστορικό, πού τό ὁπλισμένο χέρι παρέλυσε καί τό μαχαίρι ἔπεσε στό πάτωμα. Ὁ π. Ἀρσένιος τό κλώτσησε μακριά καί ταυτόχρονα ἔδωσε μιά δυνατή σπρωξιά στόν Κάριι. Ὁ ἐγκληματίας ἔχασε τήν ἰσορροπία του καί σωριάστηκε κάτω. Πέφτοντας, χτύπησε τό κεφάλι του στήν κόχη ἑνός κρεβατιοῦ καί βόγγηξε ἀπό τόν πόνο. Τότε κάποιοι γέλασαν.

Ὁ π.Ἀρσένιος πλησίασε τόν Ἀλέξιο καί τοῦ εἶπε:

  • Σήκω, Ἀλιόσα! Πλύσου! Δέν θά σέ πειράξει πιά κανείς.

Καί σάν νά μήν εἶχε συμβεῖ τίποτα, τράβηξε πάλι γιά τή δουλειά του.

Ὁ Κάριι σηκώθηκε ἀργά. Ὅλοι ἦταν σιωπηλοί, καταλαβαίνοντας πώς ὁ παλληκαράς εἶχε ξεφτιλιστεῖ καί εἶχε χάσει κάθε ἐπιρροή πάνω στούς συντρόφους του.

Κάποιος σκόρπισε μέ τό πόδι του τό αἷμα πού εἶχε σχηματίσει μιά μικρή λιμνούλα στό πάτωμα, καί σήκωσε τό μαχαίρι.

Τό πρόσωπο τοῦ Ἀλέξιου ἦταν μελανιασμένο, τό δεξί αὐτί του κομμένο, τό ἕνα μάτι του κλεισμένο καί τό ἄλλο κατακόκκινο.

Ἕνας θανάσιμος φόβος πλανιόταν τώρα μέσα στό θάλαμο: Ὁ παπάς καί ὁ φοιτητής ἀσφαλῶς δέν θά ζοῦσαν γιά πολύ ἀκόμα. Θά τούς ξέκαναν οἱ φίλοι τοῦ Ἰβάν.

Παράδοξα καί ἀπρόσμενα, τά πράγματα ἐξελίχθηκαν διαφορετικά. Μέ τή γενναιότητά του, ὁ π. Ἀρσένιος κέρδισε τήν ἐκτίμηση καί τό θαυμασμό τῶν ἐγκληματιῶν. Ὥς τότε εἶχαν γνωρίσει τήν καλοσύνη καί τήν φιλανθρωπία του. Τώρα γνώρισαν τό θάρρος καί τήν ἀντρειοσύνη του, τήν τόλμη καί τήν παλικαριά του. Ὅλ’ αὐτά τά στοιχεῖα τῆς προσωπικότητά του τούς σαγήνευαν.

Στή μορφή του ἔβλεπαν ἕναν ἄνθρωπο ἀσυνήθιστο, ἕναν ἄνθρωπο πραγματικά μεγάλο.

Ὁ Κάριι ἀποτραβήχτηκε στό κρεββάτι του. Κάτι ἄρχισε νά σιγομουρμουρίζει στούς συντρόφους του, ἐκεῖνοι ὅμως -τό ἔνιωθε κι ὁ ἴδιος- τόν ἄκουγαν μᾶλλον ἀδιάφορα. Ἀφοῦ δέν τόν ὑποστήριξαν τήν ὥρα τῆς συμπλοκῆς, δέν θά τόν ὑποστήριζαν ποτέ πιά.

Τό ἄλλο βράδυ, μόλις οἱ κρατούμενοι ἐπέστρεφαν στό θάλαμο και λίγο πρίν κλείσουν οἱ πόρτες, ὅρμησε μέσα ὁ διοικητής μέ μερικούς ἐπόπτες.

  • Σηκωθεῖτε καί στοιχηθεῖτε! Φώναξε ἔξαλλος.

Πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καί μπῆκαν στή σειρά, μπροστά ἀπό τά κρεβάτια. Ἐπιθεωρώντας τους ὁ διοικητής, ἔφτασε μέχρι τόν π. Ἀρσένιο. Τόν ἅρπαξε καί ἄρχισε νά τόν χτυπάει σάν μανιακός. Τήν ἴδια ὥρα οἱ ἐπόπτες ἔβγαλαν ἀπό τή γραμμή καί τόν Ἀλέξιο.

  • Γιά παράβαση τοῦ κανονισμοῦ, καί συγκεκριμένα γιά συμπλοκή καί διατάραξη τῆς τάξης, ὁ ΖΕΚ-18376 καί ὁ Ρ-281 θά ὁδηγήθοῦν στό κρατητήριο Ν-1, ὅπου θά παρεμείνουν γιά σαρανταχτώ ὥρες χωρίς φαγητό καί νερό.

Ἡ ἀνακοίνωση-ἐντολή ἔπεσε σάν κεραυνός μέσα στό θάλαμο. Ὅλοι κατάλαβαν: Ὁ Κάριι εἶχε καταδώσει… Αὐτό ὅμως γιά τούς κρατουμένους, καί μάλιστα τούς ποινικούς ἦταν ἡ πιό αἰσχρή, ἡ πιό σιχαμερή πράξη.

Τό κρατητήριο Ν-1 ἦταν ἕνα σπιτάκι κοντά στήν κεντρική πύλη τοῦ στρατοπέδου, μέ πολύ μικρά κελλιά ἀπομονώσεως ἑνός ἤ δύο ἀτόμων. Οἱ τοῖχοι ἦταν καλυμμένοι μέ φύλλα λαμαρίνας. Τό ἴδιο καί τό πάτωμα καί ἡ ὀροφή.

Ἐκεῖ λοιπόν ἔκλειναν, συνήθως γιά εἰκοσιτέσσερις ὧρες, ὅσους ἔπεφταν σέ κάποιο παράπτωμα, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ἡ θερμοκρασία δέν ἦταν χαμηλότερη ἀπό -5ο C. Καί σ’ αὐτή τήν περίπτωση, ὅμως, κατόρθωναν νά ἐπιζήσουν μόνο ἐκεῖνοι πού πηδοῦσαν ἐπιτόπου ὁλόκληρο τό εἰκοσιτετράωρο.

Τώρα ἡ θερμοκρασία ἦταν -30ο C. Καί ὅμως, ἔστειλαν ἐκεῖ τόν π. Ἀρσένιο καί τόν Ἀλέξιο γιά σαρανταοχτώ ὧρες!

Ὅλοι τό κατάλαβαν: Τό πολύ σ’ ἕνα δίωρο θά ξεψυχοῦσαν ἀπ’ τό κρύο.

Ὁ Ἀφσένκωφ καί ὁ Σαζίκωφ βγῆκαν μπροστά καί τόλμησαν νά διαμαρτυρηθοῦν.

  • Κύριε διοικητά, μ’ αὐτόν τόν καιρό τούς στέλνετε στό Ν-1; Θά παγώσουν! Θά πεθάνουν!….

Ἐπεσαν ἐπάνω τους οἱ ἐπόπτες σάν τά θηρία. Μέ γροθιές καί κλωτσιές τούς ἀνάγκασαν νά σωπάσουν.

Ὁ Ἰβάν Κάριι εἶχε χώσει ἔντρομος τό κεφάλι του στούς ὤμους. Ἦταν κιόλας μετανιωμένος γιά τήν πράξη του. Ἔνιωθε ἕναν ἀσφυκτικό κλοιό θανάτου ὁλόγυρά του. Δέν εἶχε πιά θέση στό θάλαμο. Δέν εἶχε πιά θέση στή ζωή. Οἱ δικοί του θά τόν ἔβγαζαν ἀπό τή μέση σύντομα.

Τούς ἔσπρωξαν μέσα μέ δύναμη. Ἔπεσαν κι οἱ δύο σάν τά σακιά στό πάτωμα.

Ἡ πόρτα…ἡ ἀμπάρα….οἱ φωνές….τά βήματα…..κι ἐπειτα ἡσυχία.

Ὁ π. Ἀρσένιος καί ὁ Ἀλέξιος ἔμειναν μόνοι στό σκοτάδι. Τό λιγοστό φεγγαρόφωτο, πού ἔμπαινε μεσ’ ἀπό τό στενό παραθυράκι μέ τά σιδερένια κάγκελα, μόλις πού τούς ἐπέτρεπε νά διακρίνουν τίς σιλουέτες τους.

Ὁ π.Ἀρσένιος σηκώθηκα ἀργά.

        – Νά, λοιπόν, Ἀλέξιε, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε ἐδῶ, νά μείνουμε μόνοι, οἱ δυό μας… Κάνει κρύο… Κρύο, Ἀλέξιε!

-Θα παγώσουμε, π. Ἀρσένιε! Θά παγώσουμε! Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος! Πρέπει νά πηδᾶμε, νά πηδᾶμε συνέχεια. Ἀλλά δέν ἔχω δυνάμεις… Καί εἶναι τόσο στενά ἐδῶ… Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος… Δέν εἶναι ἄνθρωποι αὐτοί, π. Ἀρσένιε! Οἱ ἄνθρωποι δέν κάνουν τέτοια πράγματα… Καλύτερος εἶναι ὁ τουφεκισμός!

Ὁ π. Ἀρσένιος σώπαινε.

  • Γιατί δέν μιλᾶτε; Γιατί, π. Ἀρσένιε;….

Ὁ Ἀλέξιος σχεδόν φώναζε. Ἡ ἀπάντηση ἀκούστηκε σάν νά ἐρχόταν ἀπό μακριά, πολύ μακριά.

-Προσεύχομαι, Ἀλέξιε!

       –     Μά γιά ποιό πράγμα νά προσευχηθοῦμε ἐδῶ μέσα, ὅταν πιά παγώνουμε;

-Εἴμαστε μόνοι. Γιά σαρανταοχτώ ὧρες δέν θά μᾶς ἐνοχλήσει κανείς. Θά προσευχηθοῦμε, λοιπόν, Ἀλιόσα! Θά μπορέσουμε νά μιλήσουμε στόν Κύριο ἐλεύθερα, ἀπερίσπαστα, φωναχτά-γιά πρώτη καί ἴσως μοναδική φορά μέσα σέ τοῦτο τό στρατόπεδο. Ἄς μή χάσουμε τήν εὐκαιρία! Ἄς προσευχηθοῦμε… καί ἔχει ὁ Θεός.

Ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἀρχίσει νά χάνει τά λογικά του, αὐτή ἦταν ἡ μοναδική ἐξήγηση πού μποροῦσε νά δώσει ὁ Ἀλέξιος. Τόν ἔβλεπε μέσα στό ἀμυδρό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, πού εἰσχωροῦσε ἀπό τό παραθυράκι, νά στέκεται ὄρθιος, νά σταυροκοπιέται ἀκατάπαυστα καί νά ψιθυρίζει.

Τό μόνο πού ἀπασχολοῦσε τόν Ἀλέξιο ἦταν ὅτι πάγωνε. Πάγωνε!…. Τά χέρια καί τά πόδια του εἶχαν κιόλας ξυλιάσει. Δέν τά ἔνιωθε. Δύναμη γιά νά κινηθεῖ δέν εἶχε καμιά. Τό καταλάβαινε, σιγοπέθαινε. Ὅλα πιά τοῦ ἦταν ἀδιάφορα…

Ξάφνου ἄκουσε ὁλοκάθαρα τά λόγια τῆς προσευχῆς πού ἔλεγε, δυνατά τώρα, ὁ π. Ἀρσένιος. Κάτι σκίρτησε μέσα του. Στήν ἐκκλησία εἶχε πάει μόνο μιά φορά στή ζωή του, κι αὐτή ἀπό περιέργεια. Ἡ γιαγιά του πάντως τόν εἶχε βαπτίσει. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἄθεη, ἤ μᾶλλον ἐντελῶς ἀδιάφορη γιά θρησκευτικά ζητήματα. Ὁ ἴδιος ἦταν κομσομόλος. Τί σχέση μποροῦσε νά ἔχει μέ τήν πίστη;

Μέσα στούς πόνους καί τό μάργωμα, μέσα στό τρόμο ἀπό τό φρικιαστικό ἄγγιμα τοῦ θανάτου, ὁ Ἀλέξιος ἀφουγκραζόταν….

  • …….Κύριε καί Θεέ μου! Ἐλέησέ μας, τούς ἁμαρτωλούς! Πανάγαθε καί πολυέλεε Ἰησοῦ! Ἡἄπειρη ἀγάπη Σου γιά μᾶς Σέ κατέβασε ἀπό τούς οὐρανούς. Ἦρθες στή γῆ καί σαρκώθηκες γιά νά μᾶς σώσεις. Λύτρωσέ μας καί τώρα, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, ἀπό τόν σκληρό τοῦτο θάνατο. Βοήθησέ μας. Ἐσύ, πού εἶσαι ὁ Πλάστης καί Εὐεργέτης καί Σωτήρας μας….

Κάθε λέξη πού ἔβγαινε ἀπό τό στόμα τοῦ π.Ἀρσενίου ἦταν ποτισμένη μέ τήν ἀγάπη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀσάλευτη πίστη στό Θεό.

Στήν ἀρχή ὁ Ἀλέξιος δέν μποροῦσε νά κατανοήσει ὅλα ὅσα ἄκουγε. Οἱ ἔννοιες τῆς προσευχῆς τοῦ ἦταν ἄγνωστες, καί γι’ αὐτό τώρα τίς ἔβρισκε παράξενες, δυσνόητες. Μά ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, ὅσο τὸ σῶμα του πάγωνε, τόσο καλύτερα καταλάβαινε τή σημασία τῶν λέξεων καί τῶν φράσεων. Στήν ψυχή του ἁπλώθηκε μιά γλυκειά γαλήνη. Ὁ φόβος ἐξαφανίστηκε. Ἡ καρδιά του ἀκολουθοῦσε σάν μαγνητισμένη τά λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ π. Ἀρσενίου, ἀκόμα κι ἐκεῖνα πού δέν πολυκαταλάβαινε.

  • ……Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ! Ἐσύ, μέ τά πανάχραντα χείλη Σου, μᾶς βεβαίωσες «Ἐάν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπί τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18:19-20).

Ὁ Ἀλέξιος ἐπαναλάμβανε τίς λέξεις:

  • «…..γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· οὗ γὰρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».

Ὁλόκληρο τό σῶμα του εἶχε πιά παγώσει.

Κι ἔξαφνα, μέσα σέ μιά στιγμή, μέσα σέ μιά μονάχα στιγμή, τά πάντα ἄλλαξαν. Τό σκοτάδι, τό κρύο, τό μούδιασμα, οἱ πόνοι, ὁ φόβος, ὅλα ἐξαφανίστηκαν. Τό χῶρο γέμιζε ἡ φωνή τοῦ π. Ἀρσενίου.

  • «….ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».

Ὁ Ἀλέξιος στράφηκε στόν π. Ἀρσένιο. Καί δέν πίστευε στά μάτια του. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔβλεπε;

‟Μοῦ σάλεψε! Ἔχω παραισθήσεις! Ἦρθε τό τέλος. Πεθαίνω….’’, συλλογίστηκε.

Τό κρατητήριο εἶχε γίνει εὐρύχωρο καί φωτεινό, πολὺ φωτεινό, σάν ἐκκλησία. Ὁ π.Ἀρσένιος ἦταν ντυμένος μέ μιά λαμπρή ἱερατική στολή καί προσευχόταν μεγαλόφωνα μέ τά χέρια ὑψωμένα. Τά λόγια του ἦταν τώρα ἀπόλυτα κατανοητά καί οἰκεῖα στόν Ἀλέξιο. Εἰσχωροῦσαν μέσα στήν ψυχή του κι ἔδιωχναν τήν ἀγωνία καί τή θλίψη.

Ἀλλά νά, πράγματι, κάποιος ἦταν ἐκεῖ, δίπλα τους. Δέν τόν ἔβλεπε, ἔνιωθε ὅμως ὁλοκάθαρα τήν παρουσία του.

Καί οἱ ἄλλοι δύο πάλι, οἱ φωτόμορφοι νέοι μέ τίς ἀστραφτερές φορεσιές, πού στέκονταν στά δεξιά καί στ’ ἀριστερά τοῦ π. Ἀρσενίου, ἀπό πού ξεπρόβαλαν;…..

Ἡ προσευχή συνεπῆρε τόν Ἀλέξιο, πλημμύρισε ὅλη του τήν ὕπαρξη. Σηκώθηκε καί στάθηκε δίπλα στόν π. Ἀρσένιο. Τό κορμί του ζεστάθηκε. Ἡ ἀνάσα του ἔγινε ἐλαφριά. Ἕνα αἴσθημα χαρᾶς φτέρωνε τήν καρδιά του.

Προσευχόταν ὁ π.Ἀρσένιος. Προσευχόταν κι ὁ Ἀλέξιος μαζί του, μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ναί, ὁ Θεός ἦταν ἐκεῖ, μαζί τους, ζωντανός! Τόν ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔβλεπε κι ἐκείνους τούς δύο ἀπεσταλμένους Του, πού τούς συμπαραστέκονταν.

Μια-δυό φορές τοῦ ἦρθε ἡ σκέψη, ὅτι τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καί ὁ π. Ἀρσένιος εἶχαν ἤδη πεθάνει, ἤ ὅτι πέθαιναν καί βρίσκονταν σέ παραλήρημα. Ὅλα ὅμως τοῦ ἔδειχναν ὅτι ζοῦσε μιά πραγματικότητα.

Πόση ὥρα πέρασε ἔτσι; Δέν μποροῦσε νά προσδιορίσει. Σέ μιά στιγμή, πάντως, ὁ π. Ἀρσένιος στράφηκε καί τοῦ εἶπε:

  • Πήγαινε, Ἀλιόσα! Κουράστηκες, πήγαινε νά ξαπλώσεις. Ἐγώ θά προσεύχωμαι κι ἐσύ θά μ’ ἀκοῦς.

Ὁ Ἀλέξιος ξάπλωσε στό πάτωμα, ἔκλεισε τά μάτια καί συνέχισε νά προσεύχεται.
«….Περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».«……Συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα….»

  • Ναί! Ναί! Δέν εἴμαστε μόνοι!…..

Ἦταν ἥσυχα, ζεστά, εὐχάριστα.

Ξάφνου πρόβαλε ἀπό κάπου ἡ μητέρα του. Ἦρθε κοντά του καί τόν σκέπασε στοργικά -ἔτσι ἔκανε πάντα, ὥς τον περασμένο χρόνο, πού τόν συνέλαβαν. Ὕστερα ἔπιασε ἁπαλά τό κεφάλι του μέ τά δυό της χέρια καί τό ἔσφιξε στό στῆθος της.

Ἤθελε νά τῆς πεῖ:

  • Μητέρα, ἀκοῦς πῶς προσεύχεται ὁ π.Ἀρσένιος; Γνώρισα τό Θεό! Πιστεύω! ….

Τό εἶπε; Δέν τό εἶπε;…. Ὡστόσο ἐκείνη σάν ν’ ἀποκρίθηκε:

  • Ἀλιόσα, ὅταν σέ πήρανε, βρῆκα κι ἐγώ τό Θεό! Ἐκεῖνος μοῦ ἔδωσε τό κουράγιο νά ζῶ!….

Τώρα πιά ὁ Ἀλέξιος δέν ζητοῦσε τίποτα ἀπό τόν Κύριο. Μόνο Τόν δόξαζε καί Τόν εὐχαριστοῦσε.

Πόσο κράτησαν ὅλα τοῦτα; Δέν ἤξερε. Στή μνήμη του ἔμειναν μόνο τά λόγια τῆς προσευχῆς, ἡ γλυκειά θαλπωρή, τό ἄπλετο φῶς, ὁ λαμπροφορεμένος π. Ἀρσένιος, οἱ δυό φωτόμορφοι νέοι, τό αἴσθημα τῆς ἀνέκφραστης θέρμης….

Ἀκούστηκαν φωνές. Μετά χτυπήματα. Ἔβγαζαν τήν ἀμπάρα.

Ὁ Ἀλέξιος ἄνοιξε τά μάτια. Ὁ π. Ἀρσένιος ἀκόμα προσευχόταν. Οἱ δυό νέοι τούς εὐλόγησαν καί ἐξαφανίστηκαν. Τό φῶς σιγά-σιγά μειώθηκε καί ὁ χῶρος στένεψε. Νά, ξαναβρέθηκαν μέσα στό σκοτεινό καί παγωμένο κρατηρήριο…

  • Σήκω, Ἀλέξιε! Ἦρθαν!

Ἦταν ὁ διοικητής, ὁ γιατρός, ὁ ὑπεύθυνος τῆς τάξης, ὁ προϊστάμενος τοῦ Εἰδικοῦ Τμήματος ταγματάρχης Ἀμπρόσιμωφ καί δυό-τρεῖς ἐπόπτες.

Ξεχώρισε κάποια φωνή πίσω ἀπό τήν πόρτα.:

  • Αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο! Ὑπάρχει κίνδυνος νά εἰδοποιηθεῖ ἠ Μόσχα! Ποιός ξέρει πῶς θά τό δοῦν…. Οἱ καιροί μας δέν σηκώνουν κατεψυγμένα πτώματα!

Ἡ πόρτα ἄνοιξε καί φάνηκε ὁ διοικητής.

  • Ζεῖτε;…..

Τό ὕφος του φανέρωνε κατάπληξη καί ἀπορία. Ἔβλεπε ὄρθιο μπροστά του τό γέρο μέ τό κοντό γενάκι καί τό μπαλωμένο μπουφάν· ὄρθιο καί τό νεαρό μέ τό ξεσκισμένο πανωφόρι καί το πληγωμένο πρόσωπο. Στά χείλη τους ἄνθιζαν συγκρατημένα χαμόγελα. Ἡ ὄψη τους ἦταν γαλήνια. Ἕνα παχύ στρῶμα πάχνης σκέπαζε τά ροῦχα τους.

-Ζεῖτε; Πῶς ἐπιζήσατε ἐδῶ μέσα γιά δύο εἰκοσιτετράωρα;

-Εἴμαστε ζωντανοί, εἶπε ἁπλά ὁ π. Ἀρσένιος, χωρίς νά δώσει καμιάν ἐξήγηση.

Οἱ ἄλλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους ἄφωνοι. Ἦταν ἀπίστευτο!

  • Ἐμπρός, ἔρευνα! πρόσταξε ὁ διοικητής.

Ὁ π. Ἀρσένιος καί ὁ Ἀλέξιος πέρασαν ἔξω. Οἱ ἐπόπτες ἔβγαλαν τά γάντια καί ἄρχισαν νά ψάχνουν μέ προσοχή κάθε σημεῖο τοῦ κρατητηρίου.

Ὁ γιατρός ἔχωσε τό χέρι του κάτω ἀπ’ τά ροῦχα τῶν δύο κρατουμένων.

  • Ἀνεξήγητο! Πῶς ἔζησαν;….. Εἶναι πράγματοι ζεστοί!

Μπῆκε στό κρατητήριο καί τό ἐρεύνησε προσεκτικά.

-Μέ τί ζεσταινόσασταν; ρώτησε ὅταν ξαναβγῆκε.

-Μέ τήν πίστη στό Θεό καί τή προσευχή, ἀποκρίθηκε ὁ π. Ἀρσένιος.

-Ἀφιονισμένοι! τσίριξε νευριασμένος ἕνας ἐπόπτης. Γρήγορα στην παράγκα!

Σάν νεκραναστημένους τούς δέχτηκαν στό θάλαμο.

-Πῶς σωθήκατε; τούς ρωτοῦσαν ὅλοι.

-Ὁ Θεός μᾶς ἔσωσε, ἀπαντοῦσαν κι οἱ δύο μ’ ἕνα στόμα.

Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα μετέφεραν τόν Ἰβάν Κάριι σέ ἄλλη παράγκα. Καί μετά ἀπό ἄλλη μία, καθώς δούλευε, πλακώθηκε ἀπό πέτρες καί χώματα. Πέθανε βασανιστικά. Διαδόθηκε πώς τόν ἔφαγαν οἱ σύντροφοί του μά δέν ὑπῆρχε καμιά ἀπόδειξη γι’ αὐτό.

Ὁ Ἀλέξιος, μετά τό κρατητήριο, ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἀναγεννήθηκε. Σάν πατέρα καί σύμβολο, σάν ὁδηγό καί συμπαραστάτη εἶχε τόν π.Ἀρσένιο. Καί μ’ ὅλους τούς πιστούς τοῦ θαλάμου μιλοῦσε μόνο γιά τό Θεό καί τήν ὀρθόδοξη πίστη- γιά τίποτ’ ἄλλο.

  1. Ο  δίκαιος

Ο  επόπτης  Σπραβεντλίβιϊ, ο «δίκαιος», αντιμετώπιζε  τον  π. Αρσένιο  με  μιάν  επιεική  αδιαφορία. Άν  έβρισκε  ποτέ  κάποιες  παραλείψεις, τον  παρατηρούσε  χωρίς  αγριάδα.

  • Την  υπηρεσία  μπάτουσκα, την  υπηρεσία  μας  πρέπει  να  την  κάνουμε  σωστά.

Αυτό  μόνο  έλεγε  και  έφευγε, για  να  επιστρέψει  σε  καμιάν  ώρα  και  να  κάνει  έλεγχο.

Μια  καλοκαιριάτικη  μέρα  ο  π. Αρσένιος  σκούπιζε  το  δρομάκι  έξω  από  την  παράγκα. Ο  Σπραβεντλίβιϊ  περνούσε  από  τους  θαλάμους  και  τους  επιθεωρούσε. Κάποια  στιγμή  στάθηκε, έβγαλε  από  την  τσέπη  του  ένα  πορτοφόλι, το  άνοιξε, κάτι  κοίταξε, το  ξανάβαλε  στην  τσέπη  και  προχώρησε  πιο  πέρα.

Ο  π. Αρσένιος, σκουπίζοντας  το  δρομάκι, έφτασε  στο  σημείο  όπου  είχε  σταθεί  ο  επόπτης. Είδε  τότε  ένα  κόκκινο  βιβλιαράκι  πεσμένο  στη  γή. Το  σήκωσε  και  διαπίστωσε  πώς  ήταν  η  κομματική  ταυτότητα. Την  έβαλε  στην  τσέπη  του  μπουφάν  του, τελείωσε  το  σκούπισμα  και  πήγε  να  σιγυρίσει  το  θάλαμο.

Κάθε  τόσο  κοίταζε  απ’ το παράθυρο, μήπως  φανεί  ο  Σπραβεντλίβιϊ. Πράγματι, μετά  από  δύο  ώρες  τον  είδε  να  έρχεται  τρεχάτος  και  αλαφιασμένος. Με  το  πρόσωπο  κατάχλωμο  από  την  ταραχή  και  το  βλέμμα  προσηλωμένο  ερευνητικά  στο  έδαφος, άρχισε  να  κόβει  βόλτες  πάνω-κάτω.

Ο  π. Αρσένιος  βγήκε  από  την  παράγκα  και  τον  πλησίασε. Ήξερε  πώς  η  απώλεια  της  κομματικής  ταυτότητας  ήταν  βαρύτατο  παράπτωμα, πού  τιμωρούνταν πολύ  αυστηρά.

  • Κύριε  επόπτα, επιτρέψτε  μου  να  σας  πώ…

Η  όψη  του  Σπραβεντλίβιϊ  αλλοιώθηκε  από  την  οργή.

  • Κάνε  στην  άκρη  παπά!

Έκανε  μια  κίνηση  απειλητική, σαν  να’ θελε  νέ  τον  κτυπήσει.

Ατάραχα  και  σιωπηλά  ο  π. Αρσένιος  του  έβαλε  στο  χέρι  την  ταυτότητα  κι  έκανε να  φύγει.

  • Στάσου! Φώναξε  ο  επόπτης. Πές  μου, το  είδε  κανείς  αυτό?
  • Κανείς  δεν  το  είδε, κύριε  επόπτα. Το  βρήκα  στο  δρομάκι  πρίν  από  δύο  ώρες.

Χωρίς  άλλη  λέξη, ο  Σπραβεντλίβιϊ  γύρισε  και  απομακρύνθηκε  βιαστικά.

Από  τότε  έγινε  πιο  αυστηρός, πιο  ελεγκτικός, πιο  σκληρός  με  τον  π. Αρσένιο.

Και  ο  χρόνος  κυλούσε…

  1. «Μητέρα  τού  Θεού  μήν  τούς  αφήσεις»

Τό θερμό ἐξουθενωμένο καλοκαίρι ἔδωσε τή θέση του στό βροχερό καί κρύο φθινόπωρο. Ἡ γῆ τή μία πάγωνε καί τήν ἄλλη λάσπωνε.

Στό θάλαμο ἡ ὑγρασία ἦταν βασανιστική. Τά ροῦχα τῶν κρατούμενων δέν στέγνωναν καθόλου. Βρεγμένα ἦταν ὅταν ἔπεφταν στό κρεβάτι, βρεγμένα ὅταν σηκώνονταν, βρεγμένα καί ὅταν γύριζαν ἀπό τήν δουλειά.

Ἔπεσε ἐπιδημία γρίππης. Ἡ ἔλλειψη φαρμάκων καί ἰατρικῆς φροντίδας τήν ἔκανε θανατηφόρα. Κάθε μέρα πέθαιναν ἀπό τρεῖς ἕως πέντε ἄνθρωποι στόν θάλαμο .

Ἦρθε ἡ σειρά καί τοῦ π. Ἀρσενίου: Κομμάρες, βήχας, ἐφιδρώσεις, πυρετός 40ο C. Ἔπεσε στό κρεβάτι.

Σέ τέτοιες περιπτώσεις δέν γινόταν εἰσαγωγή στό νοσοκομεῖο τοῦ στρατοπέδου. Ἐκεῖ ἔστελναν συνήθως ὅσους τραυματίζονταν βαριά, στή δουλειά ἤ σέ συμπλοκές, καί σπανιότερα ὅσους ἔπασχαν ἀπό πολύ σοβαρές ἀσθένειες. Ποτέ ἐκείνους πού προσβάλλονταν ἀπό γρίππη. Αὐτοί ἔμεναν στόν θάλαμο, ὥσπου νά γίνουν καλά ἤ νά πεθάνουν.

Στό στρατόπεδο ἐπικρατοῦσε, ἀνάμεσα στούς ἄλλους, καί τοῦτος ὁ ἄγραφος νόμος: Στέκεσαι στά πόδια σου; Δούλευε! Ἔπεσες; Ἀπόδειξε ὅτι δέν ὑποκρίνεσαι. Τό ἀπέδειξες; Θά φροντίσουν γιά τήν θεραπεία σου μόνο ἄν ἡ διοίκηση δώσει σχετική ἐντολή.

Ὅταν ἀρρωστήσει ἕνας κρατούμενος, καί μόνο ἄν ἔχει ὑψηλό πυρετό, πρέπει νά πάρει ἄδεια ἀπό τόν ἁρμόδιο ἐπόπτη γιά νά πάει στό ἰατρεῖο. Ἐκεῖ θά τοῦ μετρήσουν τόν πυρετό. Ἄν εἶναι κάτω ἀπό 39οC, θά τόν στείλουν στή δουλειά. Ἄν εἶναι περισσότερο, θά τοῦ ἐπιτρέψουν νά μείνει στό θάλαμο, ἀλλά μέ τήν ὑποχρέωση νά παρουσιάζεται κάθε μέρα στό ἰατρεῖο.

Ἄν ὁ ἄρρωστος εἶναι τόσο βαριά, ὥστε δέν μπορεῖ νά σηκωθεῖ ἀπό τό κρεβάτι, ὁ ὑπεύθυνος του θαλάμου καλεῖ τόν ἀρχινοσοκόμο. Αὐτός ἔρχεται, κάνει μία βιαστική ἐξέταση καί πετάει τό φάρμακο- ἀσπιρίνη, τί ἄλλο; Αὐτό εἶν ὅλο. Καί μετά; Βγάλτα πέρα μόνος σου. Ἀλλά ἔχε τόν νοῦ σου! Σάν πέσει ὁ πυρετός κάτω ἀπό 39οC ὅ,τι καί ἄν ἔχεις, ὀφείλεις νά σηκωθεῖς καί νά πᾶς στή δουλειά. Ἀλλιῶς σέ περιμένει τό φοβερό ἀπομονωτήριο.

Ἀνάμεσα στούς κρατούμενους ὑπῆρχαν ἀρκετοί γιατροί. Δέν τούς ἄφηναν ὅμως νά ἀσχοληθοῦν μέ τά προβλήματα ὑγείας τῶν συγκρατούμενών τους. Τούς χρησιμοποιούσαν μόνο σέ κοινές ἐργασίες, καί μάλιστα στίς πιό βαρειές.

Τρεῖς μέρες ἀφότου ἀρρώστησε ὁ π. Ἀρσένιος, τόν ἐξέτασε ὅπως-ὅπως ἕνας κρατούμενος γιατρός, πού στήν συνέχεια φώναξε κι ἕναν ἄλλο, καθηγητή πνευμονολόγο. Ἀφοῦ συζήτησαν ἀρκετά, εἴπαν στόν Ἀφσένκωφ:

  • Κρίσιμη κατάσταση… Ζήτημα εἶναι ἄν θά ζήσει δύο μέρες ἀκόμα. Ἔχει βαρειά πνευμονία, πλήρη ἐξάντληση, ἀβιταμίνωση καί καρδιά πολύ κουρασμένη. Χρειάζεται πολλαπλή φαρμακευτική ἀγωγή, ὀξυγόνο, φροντίδα… ἀλλά καί πάλι, μέ τέτοια γενική κατάπτωση τοῦ ὀργανισμοῦ, μᾶλλον τίποτα δέν μπορεῖ νά τόν σώσει…

Κάλεσαν τόν ἀρχινοσοκόμο. Ἦρθε καί κοίταξε ἀδιάφορα τόν π. Ἀρσένιο ἀπό ἀπόσταση δύο μέτρων. Ἔδωσε ἕνα θερμόμετρο στόν Ἀφσένκωφ γιά νά τοῦ μετρήσει τόν πυρετό. Ὅταν εἶδε πώς ἦταν πάνω ἀπό 40οC, πέταξε στό κρεβάτι μερικές ἀσπιρίνες.

  • Γρίππη εἶναι, εἶπε ξερά κι ἔφυγε.

Ἡ κατάσταση τοῦ παππούλη ὅλο καί χειροτέρευε. Οἱ φίλοι του ἀγωνίζονταν νά τόν σώσουν. Ἔστειλαν στό νοσοκομεῖο ἕναν δικό τους νά παρακαλέσει τούς γιατρούς γιά φάρμακα, καλόπιασαν τούς πιό προσιτούς ἐπόπτες, ἐπιστράτευσαν καί κάποιους ἀπό τούς ἐγκληματίες -οἱ τελευταῖοι εἶχαν ποικίλες διασυνδέσεις- , κάπου βρῆκαν ξερό συνάπι, σμέουρα καί ὅ,τι ἄλλο μπόρεσαν.

Ὁ γιατρός τοῦ νοσοκομείου, ἀκούγοντας τόν ἀπεσταλμένο τους νά τοῦ ἐξηγεῖ τή σοβαρότητα τῆς καταστάσεως τοῦ π. Ἀρσένιου, ρώτησε:

-Πόσων ἐτῶν εἶναι ὁ κρατούμενος καί πόσο καιρό ἔχει στό στρατόπεδο;

-Εἶναι σαρανταεννέα ἐτῶν καί βρίσκεται ἐδῶ τρία χρόνια.

Ὁ γιατρός χαμογέλασε σαρκαστικά.

  • Μήπως νομίζετε ὅτι τό Στρατόπεδο Εἰδικοῦ Καθεστῶτος εἶναι σανατόριο, καί ὅτι οἱ κρατούμενοι πρέπει νά φτάνουν μέχρι ἑκατό χρονῶν; Ὁ ἄρρωστός σας ἔχει ζήσει ἐδῶ μέσα τρία χρόνια- ἔσπασε ρεκόρ! Καιρός του εἶναι… Τέλος πάντων, φάρμακα δέν ὑπάρχουν, χρειάζονται γιά τό μέτωπο.

Ὁ πυρετός ἀνέβαινε. Ὁ π. Ἀρσένιος ὅλο καί συχνότερα ἔχανε τίς αἰσθήσεις του. Ὁ Ἀφσένκωφ τοῦ ἔδινε ἀσπιρίνες καί χυμό ἀπό σμέουρα, ἐνῶ ὁ Σαζίκωφ τοῦ ἔβαζε στό στῆθος καί στήν πλάτη καταπλάσματα ἀπό σκόνη σιναπιοῦ. Βοηθοῦσαν, ὅπως μποροῦσαν, καί οἱ κρατούμενοι γιατροί, ὅταν ἐπέστρεφαν ἀπό τή δουλειά. Μολοταύτα ὁ π. Ἀρσένιος ἔσβηνε ἀργά.

Ὁ θάνατος στό στρατόπεδο ἦταν, σέ κάθε περίπτωση, κάτι τό συνηθισμένο, σέ κάθε περίπτωση, ναί, ἐκτός ἀπό τούτη. Παντοῦ τώρα ἄκουγες:

-Πεθαίνει ὁ π.Ἀρσένιος.

-Τελειώνει ὁ Πέτρος Ἀντρέγιεβιτς.

-Πάει κι αὐτός…

Λίγο-πολύ ὅλοι ἦταν λυπημένοι. Γιατί σ’ ὅλους, μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο, ὁ μπάτουσκα εἶχε δείξει ἀγάπη καί καλοσύνη.

Στό μεταξύ ὁ ἴδιος προσευχόταν ἀκατάπαυστα, ὅσο εἶχε τίς αἰσθήσεις του, προσευχόταν. Καί μολονότι δέν μποροῦσε νά μιλήσει ἤ νά κινηθεῖ, καταλάβαινε τίς περιποιήσεις καί τά γιατροσόφια τῶν φίλων του.

Κάποια στιγμή, καθώς ἦταν γύρω του ὁ Σαζίκωφ, ὁ Ἀφσένκωφ, ὁ Ἀλέξιος καί ὁ γιατρός Μπαρίς Πέτροβιτς, ἐνιωσε πώς ὅλοι καί ὅλα ἔφευγαν, ξεμάκραιναν, χάνονταν. Ἔγινε ἐλαφρύς, πολύ ἐλαφρύς. Μία παράξενη ἡσυχία τόν τύλιξε. Ἡ δύσπνοια, ὁ βήχας, ὁ πυρετός, ἡ δυσφορία καί ἡ ἀδυναμία ἐξαφανίστηκαν. Αἰσθάνθηκε ὑγιής καί σφριγηλός.

Τώρα… ἀπίστευτο! Στεκόταν κοντά στό ξυλοκρέβατό του κι ἔβλεπε ξαπλωμένον πάνω σέ αὐτό ἕναν κοκαλιάρη, χλωμό, ψαρομάλη γέροντα, μέ κλεισμένα χείλη καί μισοσφαλισμένα μάτια. Τόν περιεργάστηκε γιά μερικά δευτερόλεπτα. Καί ξαφνικά, μέ τρόμο καί ἔκπληξη συνειδητοποίησε πώς ἦταν ὁ ἴδιος! Ναί, ἔβλεπε τόν ἑαυτό του ἀπό μακρυά, σάν ἕνα τρίτο ἄνθρωπο, καί ὁλόγυρά τους φίλους του!

Ὁ θάλαμος, τό στρατόπεδο, οἱ κρατούμενοι, οἱ φύλακες, τά ἄψυχα ἀντικείμενα, ὅλα γίνονταν ἀντιληπτά ἀπό τόν π. Ἀρσένιο μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, πιό βαθύ, πιό οὐσιαστικό. Μέσα στήν ἀπέραντη ἠρεμία πού βίωνε, ἀντιλαμβάνονταν κάθε κίνηση, καί, μέ μίαν ἐξαιρετική θεόσδοτη χάρη, καταλάβαινε ὄχι μόνο ὅσα ἔλεγαν μά καί ὅσα σκέφτονταν οἱ ἄνθρωποι. Καί ὅμως, ἦταν ἤδη τόσο μακριά τους!

Ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα τόν χώριζε πιά ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, ἕνα παραπέτασμα πού δέν μποροῦσε νά τό παραμερίσει. Μέ φόβο κατάλαβε πώς ἡ ψυχή του εἶχε ἐγκαταλείψει τό σῶμα!…

Ἡ παράγκα ἔφευγε, χανόταν μέσα στό σκοτάδι. Κι ἐκεῖνος προχωροῦσε ἀργά, ἀφήνοντας πίσω του τόν κόσμο τοῦτο καί πλησιάζοντας σέ ἕνα ὑπέρλαμπρο, ἕνα σαγηνευτικό φῶς, πού φαινόταν κάπου μακριά.

Εἶδε τόν Σαζίκωφ νά φέρνει ἕνα κύπελλο μέ νερό κοντά στά νεκρωμένα χείλη του. Μάταια προσπάθησε νά τοῦ τό ρίξει μέσα στό στόμα. Τό νερό χύθηκε πάνω στό πρόσωπό του καί μούσκεψε τό λιγδιασμένο προσκεφάλι.

Προχωροῦσε. Προχωροῦσε πρός τό φῶς. Μά σέ μία στιγμή ἐνιωσε πώς δέν μποροῦσε νά φύγει μακριά ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους, πού μαζί τους εἶχε μοιραστεῖ τίς πίκρες καί τά βάσανα τῆς φυλακῆς- τόν Ἀλέξιο, τόν Ἀλέξανδρο, τόν Φέντια, τόν Ἰβᾶν, τόσους καί τόσους. Στάθηκε ὅλος ἀγωνία. Γύρισε πίσω.

Μία κραυγή ἱκεσίας ξεπήδησε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του:

  • Κύριε! Κύριε! Μήν τούς ἐγκαταλείψεις! Βοήθησέ τους καί σῶσε τους!

Ἄρχισε νά κλαίει μέ λυγμούς.

  • Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μήν τούς ἀφήσεις!

Ἀπόκριση δέν ἔπαιρνε καμιά. Σιωπή, ἀπέραντη σιωπή! Ἔβλεπε μόνο, μέ θεία παραχώρηση, τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων- ἄλλες πυρακτωμένες κι ὁλοφοτες ἀπό τήν φωτιά τῆς πίστεως, ἄλλες σάν φλόγες ἀδύναμες καί τρεμάμενες, ἄλλες σάν μισόσβηστες σπίθες, ἄλλες μαῦρες κι ὁλοσκότεινες ἀπό τήν ἀπιστία. Ταράχθηκε

  • Κύριε!Τόσον καιρό ζοῦσα ἀνάμεσά τους, καί δέν μποροῦσα νά δῶ τήν ψυχική τους κατάσταση. Δέν μποροῦσα νά φανταστῶ ὅτι ὑπῆρχαν ὁλόγυρά μου καί τόσοι ἀγωνιστές τῆς πίστεως, πού βρῆκαν τό φῶς μέσα στό ζοφερό αὐτό σκοτάδι! Πόσο τυφλώθηκα ἀπό τόν ἐγωισμό μου, ὥστε νά πιστέψω ὅτι μόνο ἐγώ ἤμουν κοντά Σου!

Ἡ πίστη ἦταν ζωντανή στίς καρδιές ὄχι μόνο πολλῶν κρατούμενων, ἀλλά καί φυλάκων καί ἐποπτῶν, ἀνθρώπων πού δέν ξεχώριζαν ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά προσπαθοῦσαν κρυφά νά κάνουν τό καλό, νά ὑπηρετοῦν τό Χριστό καί τό συνάνθρωπο.

  • Κύριε, ποῦ ἤμουν ὡς τώρα; Πῶς δέν εἶχα καταλάβει τίποτα; Συγχώρεσέ μέ καί ἐλέησε μέ!…

Ξαφνικά βρέθηκε στήν ἔξοδο τοῦ στρατοπέδου. Ἦταν νύχτα καί ὅλοι κοιμόντουσταν –ὅλοι ἐκτός ἀπό τούς φύλακες, τά σκυλιά καί τούς προβολεῖς.

Αὐθόρμητα στράφηκε καί εὐλόγησε ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ὕστερα ἄρχισε νά προσεύχεται γιά ὅσους ἔμεναν ἀκόμα ἐκεῖ.

  • Κύριε, πῶς θά τούς ἀφήσω; Τί θ’ ἀπογίνουν; Βοήθησέ τους! Μήν τούς στερήσεις τό ἔλεός Σου!…

Τό κρύο ἦταν ἀφόρητο, μά ὁ π. Ἀρσένιος δέν τό ἐνιωθε.

Ἀφοῦ προσευχήθηκε ὥρα πολλή, βγῆκε ἀπό τήν κεντρική πύλη καί βρέθηκε στό δρόμο. Μήτε οἱ φρουροί τόν ἔβλεπαν μήτε τά σκυλιά τόν μυρίζονταν μήτε οἱ προβολεῖς τόν ἐντόπιζαν!

Βαδίζοντας ἥσυχα κι ἀνάλαφρα, τράβηξε πάλι πρός τό δυνατό καί γλυκύτατο ἐκεῖνο φῶς, πού ἔλαμπε στό βάθος τοῦ σκοτεινοῦ ὁρίζοντα.

Πέρασε μέσ’ ἀπό τό δάσος, διέσχισε τό χωριό, καί, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, βρέθηκε στήν πόλη, στήν ἐνορία του! Στεκόταν μπροστά στήν ἐκκλησία, ὅπου τόσες φορές εἶχε λειτουργήσει καί τόσους κόπους εἶχε κάνει γιά νά τήν ἀνακαινίσει.

  • Ἄλλο καί τοῦτο! Κύριε, γιατί ἦρθα ἐδῶ; μονολόγησε καί μπῆκε συγκλονισμένος στό ναό.

Ἦταν ὅπως πρῶτα, ὅπως τόν εἶχε ἀφήσει, ἀλλά γεμάτος κόσμο, γεμάτος πιστούς μέ πρόσωπα φαιδρά, πού προσεύχονταν κοιτάζοντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν παλαιά θαυματουργή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μέ τή θλιμμένη μορφή καί τό διαπεραστικό βλέμμα. Ὁ π. Ἀρσένιος προχώρησε. Οἱ πιστοί ἄνοιγαν διάδρομο γιά νά περάσει. Μπῆκε στό ἱερό καί ἑτοιμάστηκε γιά τήν θεία λειτουργία.

Ὅλο τό ἱερό ἦταν πλημμυρισμένο στό φῶς, ἕνα κατάλευκο οὐράνιο φῶς. Ὁ π. Ἀρσένιος εἶδε νά βρίσκονται ἐκεῖ ἀρκετοί γνωστοί του κληρικοί, ὁ ἱερομόναχος Γερμανός, ὁ πρεσβύτερος Ἀμβρόσιος, ὁ διάκονος Πέτρος καί μερικοί ἀκόμα, καθώς καί οἱ ἐπίσκοποι Ἰωνάς, Ἀντώνιος, Μπαρίς καί Θεόφιλος, ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅλοι τους τόν κοίταζαν χαρούμενοι, χαμογελώντας μέ γλυκύτητα, κανένας ὅμως δέν τοῦ μιλοῦσε.

  • Κύριε! ψέλλισε ὁ π. Ἀρσένιος. Αὐτοί οἱ λειτουργοί Σου ἔχουν πεθάνει ἀπό καιρό. Καί τώρα βρίσκονται ἐδῶ!… Τί ὡραία, πού εἴμαστε ὅλοι μαζί!

Ἄρχισε νά ἱερουργεῖ, καί ἡ καρδιά του πήγαινε νά σπάσει ἀπό τή χαρά. Ἡ προσευχή τόν εἶχε συναρπάσει.

Ὅταν βγῆκε στήν ὡραία πύλη γιά νά εὐλογήσει τό ἐκκλησίασμα, διέκρινε πολλές γνωστές φυσιογνωμίες –παλαιούς ἐνορίτες του, πνευματικά του παιδιά, ἀνθρώπους πού εἶχε γνωρίσει στά ταξίδια του ἤ στά στρατόπεδα. Τούς ἤξερε ὅλους γιά νεκρούς!

  • Παναγία μου, τί γίνεται ἐδῶ πέρα;

Μόλις τελείωσε ἡ λειτουργία, ἔτρεξε κι ἔπεσε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.

  • Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν! τήν ἱκέτεψε μέ δάκρυα. Ἔφυγα πιά ἀπό τόν ἐπίγειο καί μάταιο κόσμο. Πρίν παρουσιαστῶ στό φοβερό κριτήριο τοῦ Υἱοῦ σου, μεσίτεψε γιά τή σωτηρία τῆς ἁμαρτωλῆς μου ψυχῆς! Μή μ’ ἀφήσεις, Δέσποινα! Σέ ἐσένα μόνο ἐλπίζω, ὁ ἐλεεινός καί ἀνάξιος! Βοήθησε, ὅμως, κι αὐτούς τούς βασανισμένους ἀνθρώπους, πού μένουν ἀκόμα στή γῆ! Αὐτούς πού ἔζησαν καί ζοῦν μέσα σέ τόσες δοκιμασίες, τόσο πόνο!…

Ἔκλαιγε καί παρακαλοῦσε. Ὥσπου, ξαφνικά, ἄκουσε μία φωνή, μία γυναικεία φωνή, ἁπαλή μά καί ἐπιβλητική συνάμα.

  • Δέν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα τοῦ θανάτου σου, Ἀρσένιε! Ὁ Κύριος σέ στέλνει νά διακονήσεις τά παιδιά μου. Πήγαινε, καί δέν θά σού στερήσω τήν βοήθειά μου!

Ὁ π. Ἀρσένιος σήκωσε τά μάτια καί κοίταξε τήν εἰκόνα. Ἡ Παναγία στεκόταν τώρα μπροστά του ὁλοζώντανη! Ἀγκάλιασε τά πόδια της καί κραύγασε:

-Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μήν τούς ἀφήσεις! Παναγιά μου, ἐλέησε κι ἐμένα, τόν ἁμαρτωλό! Ἄς γίνει τό θέλημα τό δικό σου καί τού Κυρίου… Ἀλλά νά, ἐγώ εἶμαι πιά γέρος καί ἀδύναμος. Θά μπορέσω νά διακονήσω τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἐσύ, Δέσποινα, τό θέλεις;

-Δέν θά εἶσαι μόνος, Ἀρσένιε! Θά σέ βοηθήσουν καί ἄλλοι δικοί μου ἄνθρωποι. Στίς ψυχές πολλῶν ζεῖ ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη, ὅπως σέ ἀξίωσε ὁ Ἰησοῦς νά διαπιστώσεις. Μ’ αὐτούς θά συνεργαστεῖς γιά τό καλό της σκορπισμένης ποίμνης τοῦ Υἱοῦ μου. Πήγαινε, καί θά εἶναι δίπλα σου παντοτινά!

Ὁ π. Ἀρσένιος ἐνιωσε τό πανάχραντο χέρι της ν’ ἀκουμπάει στοργικά πάνω στό κεφάλι του. Κι ὕστερα ἐξαφανίστηκε. Δακρυσμένος σηκώθηκε, ἔβαλε μετάνοια σέ ὅλους ὅσοι ἦταν μέσα στό ναό, καί βγῆκε ἔξω. Ἀνάλαφρα, σάν νά πετοῦσε, τράβηξε γιά τό στρατόπεδο, γιά τήν παράγκα, γιά τούς συντρόφους του, τά πονεμένα παιδιά κι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ.

Δέν κατάλαβε πότε ἔφτασε. Ἡ πόλη, οἱ παγωμένες ἐκτάσεις, τό χωριό, τό δάσος, ὅλα ἔφευγαν ἀπό δίπλα του μέ ταχύτητα ἀστραπῆς.

Ἀόρατος πέρασε ἀνάμεσα ἀπό τούς φρουρούς καί μπῆκε στόν θάλαμο. Εἶδε τό σῶμα του νά βρίσκεται ἀκόμα πάνω στό κρεβάτι. Πλησίασε καί ξάπλωσε.

-Ὅσο πάει καί παγώνει, ἄκουσε κάποιον νά λέει. Πέρασαν ἤδη πέντε ὧρες. Πρέπει νά εἰδοποιήσουμε τή διοίκηση.

-Ὀρφάνεψε ὁ θάλαμος, εἶπε ἕνας ἄλλος. Πολλούς βοήθησε. Ἐμένα μου ἔδειξε μέ τή ζωή του τό Θεό, πού Τόν πολεμοῦσα τόσα χρόνια!

-Ἔφευγα γιά τόν οὐράνιο ναό, ψέλλισε, μά ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ μ’ ἔστειλε πάλι πίσω σ’ ἐσᾶς.

Μετά ἀπό δύο βδομάδες σηκώθηκε. Ὅλα μέσα στό θάλαμο τοῦ φαίνονταν ἀλλαγμένα, παράξενα. Ἡ διάθεση καί ἡ συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων ἦταν διαφορετική. Μέ κάθε τρόπο τοῦ ἔδειχναν συμπάθεια καί ἀγάπη. Μερικοί ἔκοβαν κάτι ἀπό τό λιγοστό φαγητό τους γιά νά τοῦ τό προσφέρουν. Ἀκόμα κι ὁ ἐπόπτης Βεσιόλι τοῦ ἔστελνε βούτυρο μέ τόν Σαζίκωφ.

Συνῆλθε, στάθηκε στά πόδια του, καταπιάστηκε πάλι μέ τήν ὑπηρεσία του. Ὁ Κύριος καί ἡ Θεοτόκος τόν εἶχαν ἐπαναφέρει «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν». Τόν εἶχαν ξαναστείλει στόν κόσμο. Τόν εἶχαν προστάξει νά διακονήσει τoύς ἀνθρώπους.

  1. Ο  Μιχαήλ

Ἡ ἐπιθεώρηση τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι, ἀφοῦ μετρήθηκαν, ὁδηγήθηκαν στό θάλαμο. Ἡ πόρτα κλειδώθηκε.

Πρίν κοιμηθοῦν, μποροῦσαν νά κουβεντιάσουν γιά λίγο, ν’ ἀνταλλάξουν τίς ἐντυπώσεις τους ἀπό τό στρατόπεδο, νά ποῦν τά νέα της ἡμέρας, νά παίξουν μία παρτίδα ντόμινο ἤ ἁπλά ν’ ἀναπολήσουν τά περασμένα ξαπλωμένοι στά κρεβάτια τους. Δύο ὧρες ἀργότερα ἀκούγονταν ἀκόμα κάποιες σκόρπιες κουβέντες, κι αὐτές ὅμως σιγά-σιγά ὑποχωροῦσαν. Ἡ σιωπή κυριαρχοῦσε, καθώς οἱ κρατούμενοι παραδίνονταν στόν ὕπνο.

Γιά πολλή ὥρα μετά τό κλείσιμο τῆς παράγκας ὁ π. Ἀρσένιος στεκόταν πλάι στό κρεβάτι του καί προσευχόταν. Ὕστερα ξάπλωνε κι αὐτός, συνεχίζοντας τήν προσευχή ὥσπου ν’ ἀποκοιμηθεῖ.

Κάποια νύχτα, μία ὥρα περίπου μετά τά μεσάνυχτα, ἐνιωσε κάποιον νά τόν σκουντάει. Πετάχτηκε πάνω καί ἄκουσε μία ταραγμένη φωνή νά τοῦ ψιθυρίζει:

  • Ἔλα γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καί σέ ζητάει!

Ὁ ἑτοιμοθάνατος βρισκόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα. Ἀνάσαινε βαριά καί ἀκανόνιστα. Τά μάτια του ἦταν ἀνοιχτά διάπλατα, ἀφύσικα.

-Συγχωρέστε μέ… Σᾶς χρειάζομαι… Φεύγω…, εἶπε στόν π. Ἀρσένιο, καί πρόσθεσε σχεδόν προστακτικά.

-Καθῆστε.

Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στήν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τό λιγοστό φῶς ἔκανε νά λαμποκοποῦν σάν διαμάντια οἱ χοντρές σταγόνες τοῦ ἱδρώτα, πού κάλυπταν τό χλωμό πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθάνατου.

Τά μαλλιά του ἦταν κολλημένα καί τά χείλη του σφιγμένα ἀπό τόν πόνο. Παρ’ ὅλη τήν ἐξάντληση καί τή νεκρική του χλωμάδα, τά ὀρθάνοιχτα μάτια του, πού κοίταζαν τόν π. Ἀρσένιο σάν δύο ἀναμένες δάδες, φανέρωναν ὅλη τήν προηγούμενη βιοτή του.

Πέθαινε. Ἔφευγε ἀπό τή ζωή αὐτή βασανισμένος καί κουρασμένος. Πρίν φύγει ὅμως, ἤθελε νά δώσει λόγο στό Θεό γιά ὅλα.

  • Ἐξομολογῆστε μέ. Δῶστε μου ἄφεση ἁμαρτιῶν. Εἶμαι μοναχός μέ μυστική κουρά.

Οἱ διπλανοί του κρατούμενοι, βλέποντας ὅτι ἔφτανε τό τέλος του, σηκώθηκαν ἀπ’ τά κρεβάτια τους καί πῆγαν νά κοιμηθοῦν ἀλλοῦ. Ἀκόμα καί σ’ ἕναν θάλαμο στρατοπέδου ὁ ἑτοιμοθάνατος εἶχε δικαίωμα συγκαταβατικότητας καί συμπάθειας.

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔσκυψε πάνω ἀπ’ τό μοναχό καί ἔσιαξε τήν τριμμένη κουβέρτα πού τόν μισοσκέπαζε. Ἀκούμπησε τό δεξί του χέρι πάνω στό κεφάλι μέ τά κολλημένα κοντά μαλλιά καί εἶπε ψιθυριστά τίς εὐχές. Συγκεντρώνοντας ὅλη του τήν προσοχή, ἑτοιμάστηκε ν’ ἀκούσει τήν ἐξομολόγηση.

-Ἡ καρδιά μου δέν ἀντέχει ἄλλο…, ψέλλισε μέ δυσκολία ὁ ἑτοιμοθάνατος. Καί λέγοντας τό μοναχικό του ὄνομα, ἄρχισε νά ἐξομολογεῖται.

-Μιχαήλ μέ λένε…

Σκύβοντας ἐπάνω του ὁ π. Ἀρσένιος καί πλησιάζοντας πολύ κοντά στό πρόσωπό του, μόλις πού τόν ἄκουγε. Αὐθόρμητα τόν κοίταζε μέσα στά μάτια. Κάπου-κάπου ὁ ψίθυρος σταματοῦσε καί ἀκουγόταν ἕνας βαθύς ρόγχος ἀπό τό στῆθος του. Τότε ὁ Μιχαήλ ἄνοιγε τό στόμα του καί ἅρπαζε λαίμαργα ἀέρα. Ἄλλοτε πάλι σιώπαινε ἐντελῶς καί φαινόταν σάν νεκρός. Τά μάτια του ὅμως συνέχιζαν νά ἔχουν ζωή. Μέσα σ’ ἐκεῖνα τά ἐκφραστικά μάτια ἀποτυπώνονταν ὅλα ὅσα ὁ ψίθυρος ἤθελε νά ἐκφράσει.

Πολλούς εἶχε ἐξομολογήσει ὁ π. Ἀρσένιος λίγο πρίν πεθάνουν, καί τέτοιες ἐξομολογήσεις εἶχαν πάντα κάτι τό συγκλονιστικό. Τώρα ὅμως, ἀκούγοντας τήν ἐξομολόγηση τοῦ Μιχαήλ, διαπίστωνε ὁλοκάθαρα πώς εἶχε μπροστά του ἕναν ἄνθρωπο ξεχωριστό, πού εἶχε φτάσει σέ μεγάλα ὕψη πνευματικῆς τελειώσεως. Πέθαινε ἕνας δίκαιος, πού εἶχε ἀφιερώσει τή ζωή του στό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Πέθαινε ἕνας δίκαιος, καί ὁ π. Ἀρσένιος ἄρχισε νά συνειδητοποιεῖ πώς ὁ ἴδιος, μολονότι ἱερέας, ἦταν μπροστά του τόσο μικρός, τόσο ἀσήμαντος. Ἦταν ἀνάξιος ἀκόμα καί νά φιλήσει τήν ἄκρη τῶν ἐνδυμάτων τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ.

Ὁ ψίθυρός του σταματοῦσε ὅλο καί πιό συχνά, ἀλλά τά μάτια του ἔλαμπαν πάντα, συμπληρώνοντας εὔγλωττα τά κενά τῶν λόγων του.

Στήν ἐξομολόγηση του ὁ Μιχαήλ δίκαζε ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του καί τόν δίκαζε αὐστηρά, ἀνελέητα. Μερικές φορές ἔδινε τήν ἐντύπωση ὅτι ἔβλεπε κάποιον ἄλλον νά πεθαίνει, καί αὐτόν ἀκριβῶς δίκαζε.

Ὁ π. Ἀρσένιος, ἀπό τό ἄλλο μέρος, ἔβλεπε τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Μιχαήλ σάν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μέ ταλαιπωρίες καί θλίψεις, παλιές καί πρόσφατες, ἕνα καράβι πού ἔφευγε πιά γιά τή μακρινή χώρα τῆς λησμοσύνης.

Τώρα δέν τοῦ ἔμενε παρά νά πετάξει ἔξω ὅλα τ’ ἄχρηστα, ἤ μᾶλλον νά τ’ ἀποθέσει στά χέρια τοῦ ἱερέα, πού, μέ τή θεόσδοτη ἐξουσία του, θά τοῦ πρόσφερε τήν ἄφεση.

Στίς λίγες στιγμές ζωῆς πού τοῦ ἀπόμεναν, ὁ μοναχός Μιχαήλ ἔπρεπε νά τά παραδώσει ὅλα στόν π. Ἀρσένιο, νά ὁμολογήσει τά σφάλματά του ἐνώπιον τού Θεοῦ, νά ἀναγνωρίσει τίς ἁμαρτίες του, κι ἔτσι, μέ καθαρή τή συνείδηση, νά σταθεῖ μπροστά στό κριτήριο τοῦ Κυρίου.

Ἕνας ἀκόμα κρατούμενος πέθαινε στά χέρια τοῦ π. Ἀρσένιου, ὅπως καί τόσοι ἄλλοι στό παρελθόν. Αὐτός ὁ θάνατος ὅμως τόν συγκλόνισε ὅσο κανένας ἄλλος. Μέ δέος συνειδητοποίησε, ὅτι τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τόν ἀξίωσε νά ἐξομολογήσει ἕναν ἅγιο. Ὁ Κύριος του ἀποκάλυπτε ἕναν ἀνεκτίμητο θυσαυρό Του, ἕναν θησαυρό πού γιά πολύ καιρό καί μέ πολλή ἀγάπη καλλιεργοῦσε μυστικά, δείχνοντας σέ ποιές κορυφές πνευματικῆς τελειότητας μπορεῖ νά φτάσει ὅποιος Τόν ἀγαπάει ἀπεριόριστα, ὅποιος σηκώνει τό ζυγό καί τό φορτίο τοῦ Χριστοῦ, βαστάζοντάς τά ὡς τό τέλος.

Ὄλ’ αὐτά ὁ π. Ἀρσένιος τά ἔβλεπε καί τά καταλάβαινε. Ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἑτοιμοθάνατου μοναχοῦ τοῦ ἔδειχνε, πώς ἕνας ἄνθρωπος μέ βαθειά πίστη μπορεῖ νά μείνει κοντά στό Θεό ἀκόμα καί κάτω ἀπό τίς πιό ἀντίξοες περιστάσεις, ἀκόμα καί σέ καιρούς τόσο χαλεπούς ὅσο καί οἱ δικοί τους, μέ τούς ἐπαναστατικούς ἀναβρασμούς, τή σταλινική προσωπολατρία, τίς προβληματικές ἀνθρώπινες σχέσεις, τήν ἐπίσημη κρατική ἀθεία, τό γενικό ποδοπάτημα τῆς πίστεως, τήν ἠθική κατάπτωση, τή διαρκῆ ἀστυνόμευση καί τίς καταδόσεις, τήν ἔλλειψη πνευματικῶν ὀδηγών.

Μήτε σέ σκήτη μήτε σέ μοναστήρι μακρινό συνάντησε ὁ Μιχαήλ τόν Θεό, ἄλλα μέσε στήν τύρβη τῆς ζωῆς, στή λάσπη τοῦ κόσμου, στή σκληρή πάλη μέ τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Συστηματική πνευματική καθοδήγηση δέν εἶχε δεχτεῖ.

Συμπτωματικά μόνο εἶχε συναντήσει τρεῖς-τέσσερις ἱερεῖς καί εἶχε μιλήσει μαζί τους γιά πνευματικά θέματα. Γιά ἕνα χρόνο ἐπίσης εἶχε στενή καί εὐφρόσυνη ἐπικοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, πού τόν ἔκειρε μοναχό.

Ἀκολούθησαν δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ἐπισκόπου. Κι ὕστερα δέν ἀπόμεινε στό Μιχαήλ παρά μόνο ὁ φλογερός, ὁ ἀπερίγραπτος πόθος του νά πλησιάζει ὅλο καί πιό κοντά στόν Κύριο.

  • Ἀκολούθησα ἄραγε τό δρόμο τῆς πίστεως; Πορευόμουνα σωστά πρός τόν Θεό; Ἤ μήπως λοξοδρόμησα; Δέν ξέρω…, ἀναρωτήθηκε μέ ἀγωνία.

Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε, πώς ὄχι μόνο δέν εἶχε ξεφύγει ἀπό τό δρόμο πού τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶχε προχωρήσει πολύ σ’ αὐτόν τό δρόμο, ξεπερνώντας καί τούς ὁδηγούς του.

Ἡ ζωή τοῦ Μιχαήλ ἐμοίαζε μέ πόλεμο, πόλεμο πολύχρονο γιά πνευματική καί ἠθική τελείωση μέσα στή μεγάλη θλίψη τοῦ κόσμου τούτου. Καί ὁ π. Ἀρσένιος διαισθανόταν, ὅτι ὁ ἀγωνιστής μοναχός εἶχε νικήσει σ’ αὐτόν τόν πόλεμο, πού ἔκανε μόνος ἐνάντια στό πολύμορφο κακό.

Ζώντας ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἀφοσιώθηκε στήν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων στό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Εἶχε κλείσει μέσα στήν καρδιά του σάν ἀναμμένη λαμπάδα τά ἀποστολικά λόγια: «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε, καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ π. Ἀρσένιος συνειδητοποιοῦσε ὅλο τό πνευματικό μεγαλεῖο του Μιχαήλ καί συνάμα συναισθανόταν τήν δική του ἀναξιότητα. Μέ θέρμη ζητοῦσε ἀπό τό Θεό ἐνίσχυση, γιά ν’ ἀνακουφίσει τό μοναχό στίς τελευταῖες του στιγμές.

Ὅταν πιά ὁ Μιχαήλ εἶχε παραδώσει στόν π. Ἀρσένιο, καί μέσω ἐκείνου στό Θεό, ὅλα ὅσα τόν βάραιναν, κοίταξε ἐρωτηματικά τόν ἱερέα, πού πῆρε τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του.

Κι ἐκεῖνος, τρέμοντας, ψέλλισε τή συγχωρητική εὐχή. Μόλις τελείωσε, μή μπορώντας νά συγκρατηθεῖ ἄλλο, ξέσπασε σέ λυγμούς.

  • Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε ὁ Μιχαήλ. Ἠρεμῆστε… Ἦρθε ἡ ὥρα πού θέλησε ὁ Θεός… Νά προσεύχεσθε γιά μένα, ὅσο θά ζεῖτε σ’ αὐτή τή γῆ. Ἔχετε ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σας… Σᾶς παρακαλῶ, πάρτε τό κασκέτο μου. Ἐκεῖ μέσα, κάτω ἀπ’ τόν ἀριθμό, ὑπάρχει ἕνα σημείωμα γιά δύο ἀνθρώπους μέ μεγάλη ψυχή καί πίστη. Εἶναι γραμμένες καί οἱ διευθύνσεις τους. Ὅταν βρεῖτε τήν ἐλευθερία σας, νά τούς τό πάτε. Σᾶς χρειάζονται καί τούς χρειάζεστε… Ράψτε πάλι τόν ἀριθμό στό κασκέτο. Καί παρακαλέστε τόν Κύριο γιά τήν ψυχή τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ…

Σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως, λές καί ἦταν μόνοι. Σάν νά εἶχαν γίνει πολύ μακρινά ὅλα- ὁ θάλαμος, οἱ κρατούμενοι, οἱ συνθῆκες καί ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ στρατοπέδου. Ἦταν καί οἱ δύο βυθισμένοι στήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, στήν καρδιακή προσευχή καί στήν ἡσυχία τῆς ἐσωτερικῆς μονώσεως, πού τούς ἔφερνε νοερά ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Ὅ,τι τούς βασάνιζε, ὅ,τι τούς ἀνησυχοῦσε, ὅ,τι τούς κρατοῦσε δεμένους στή γῆ, εἶχε χαθεῖ. Ὑπῆρχε μόνον ὁ Θεός. Καί τώρα ὁ ἕνας πήγαινε νά Τόν συναντήσει, ἐνῶ ὁ ἄλλος γινόταν μάρτυρας τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ θανάτου.

Ὁ Μιχαήλ κρατώντας σφιχτά τό χέρι τοῦ π. Ἀρσένιου, προσευχόταν. Καί προσευχόταν μέ τόση αὐτοσυγκέντρωση, ὥστε εἶχε ἀποξενωθεῖ ἐντελῶς ἀπό τό περιβάλλον. Ὁ π. Ἀρσένιος πάλι, ἀποδιώχνοντας κάθε ἄλλο λογισμό, τόν ἀκολουθοῦσε μέ ὑπομονή καί εὐλάβεια στήν προσευχή του.

Καί νά! Ἦρθε ἡ στιγμή τῆς «ἐξόδου». Τά μάτια τοῦ ἐτοιμαθάνατου φωτίστηκαν ἀπό μία ἤρεμη ἔκσταση. Μέ φωνή πού μόλις ἀκούγονταν, ψιθύρισε:

  • «Μή ἀπορρίψης μέ Κύριε»…

Ἀνασηκώθηκε στό κρεβάτι, ἅπλωσε μπροστά τά χέρια καί εἶπε δυνατά:

  • Κύριε! Κύριε!

Ἔκανε νά ἀνασηκωθεῖ περισσότερο, ἀλλ’ ἀμέσως ἔπεσε ἀνάσκελα κι ἔμεινε ἀκίνητος. Στήν ὄψη του ζωγραφίστηκε μία εἰρηνική ἔκφραση, ἐνῶ τά μάτια του, λαμπερά κι ἐκστατικά ἀκόμα, κοίταζαν ψηλά. Ἡ ψυχή του εἶχε ἐγκαταλείψει τό σῶμα.

Συγκλονισμένος ὁ π. Ἀρσένιος, ἔπεσε στά γόνατα καί ἄρχισε νά προσεύχεται, νά προσεύχεται ὄχι ἱκετευτικά, γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ, ἀλλά δοξολογικά καί εὐχαριστιακά, γιά τό μεγάλο δῶρο πού τοῦ ἔκανε τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ: Νά παραβρεθεῖ στό πιό φοβερό καί πιό ἀκατάληπτο μυστήριο- τό θάνατο ἑνός δικαίου!

Σηκώθηκε κι ἔσκυψε πάνω ἀπό τόν νεκρό. Εἶδε τό φῶς τῶν ἀνοιχτῶν ματιῶν του νά σβήνει σιγά-σιγά καί νά δίνει τήν θέση του σέ μία ἀμυδρή καταχνιά. Τά βλέφαρα ἔκλεισαν ἀργά. Τό πρόσωπο καλύφθηκε ἀπό μία σκιά, πού τό ἔκανε ἐπιβλητικό, ἱλαρό καί γαλήνιο.

Σκυμμένος πάνω ἀπό τό λείψανο ὁ π. Ἀρσένιος προσεύχονταν. Μολονότι εἶχε γίνει μάρτυρας τοῦ θανάτου αὐτοῦ του μοναχοῦ, δέν ἐνιωθε λύπη. Ἀπεναντίας, τόν πλημμύριζαν ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά. Εἶχε γνωρίσει ἕναν δίκαιο. Εἶχε γνωρίσει τό ἔλεος καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

Προσεκτικά τακτοποίησε τά ροῦχα τοῦ νεκροῦ κι ἔβαλε μετάνοια μπροστά του. Τότε μόλις συνειδητοποίησε ὅτι βρισκόταν σέ ἕναν θάλαμο Στρατοπέδου Εἰδικοῦ Καθεστῶτος. Σάν ἀστραπή πέρασε ἀπό τό μυαλό του ἡ σκέψη: Αὐτό τό στρατόπεδο εἶχε δεχθεῖ μία θεία ἐπίσκεψη, τόν ἴδιο τόν Κύριο, πού παρέλαβε τήν ψυχή τοῦ Μιχαήλ.

Λίγη ὥρα ἔμενε ὡς τό ἐγερτήριο. Ὁ π. Ἀρσένιος πῆρε τό κασκέτο τοῦ Μιχαήλ, ξήλωσε τόν ἀριθμό καί πῆρε τό κρυμμένο σημείωμα. Μέ τήν πρώτη εὐκαιρία θά τό ἕραβε μέσα στό δικό του κασκέτο.

Πῆγε στόν ὑπεύθυνο τοῦ θαλάμου καί τόν ἐνημέρωσε γιά τό θάνατο. Ἐκεῖνος, ἀπό τούς βετεράνους ἐγκληματίες, ρώτησε τόν ἀριθμό τοῦ νεκροῦ καί ἔδειξε κάποια συμπάθεια.

Ὁ θάλαμος ξεκλειδώθηκε. Οἱ κρατούμενοι βγῆκαν τρέχοντας καί μπῆκαν στήν γραμμή γιά τήν ἐπιθεώρηση. Ὁ ὑπεύθυνoς του θαλάμου πλησίασε τούς ἐπόπτες καί ἀνέφερε:

  • Ἔχουμε κάποιον νεκρό, τόν Β-382.

Ἕνας ἐπόπτης μπῆκε στό θάλαμο, κοίταξε τόν νεκρό, τόν σκούντησε μέ τήν μύτη τῆς μπότας του καί βγῆκε.

Δύο ὧρες ἀργότερα ἔφτασε ἕνα ἕλκηθρο ἀπό τόν ὑγειονομικό σταθμό. Κατέβηκε ὁ γιατρός. Μπῆκε μέσα, ἔριξε μία ἀδιάφορη ματιά στό πτῶμα, σήκωσε τό ἕνα βλέφαρο μέ τό γαντοφορεμένο χέρι του καί κάνοντας ἕναν μορφασμό ἀπέχθειας, εἶπε στόν κρατούμενο ὑπηρεσίας:

  • Γρήγορα πάρτε τoν!

Στό ἕλκηθρο βρίσκονταν ἤδη μερικά πτώματα κοκαλωμένα ἀπό τό κρύο. Τό σῶμα τοῦ Μιχαήλ μεταφέρθηκε ἔξω καί τοποθετήθηκε πάνω στά ἄλλα. Ὁ ὁδηγός, πατώντας σέ αὐτά ἀνέβηκε στή θέση του.

Παγωνιά καί ἡσυχία παντοῦ… Τό ψιλό χιόνι, καθώς ἔπεφτε στά πρόσωπα τῶν νεκρῶν, ἔλιωνε ἀργά-θαρροῦσες πώς ἔκλαιγαν.

Κοντά στήν παράγκα οἱ ἐπόπτες συζητοῦσαν μέ τό γιατρό καί τόν κρατούμενο ὑπηρεσίας. Λίγο πιό πέρα ὁ π. Ἀρσένιος, μέ τά χέρια κολλημένα στό στῆθος, προσευχόταν σιωπηλά.

Τό ἕλκηθρο ξεκίνησε. Ὁ μπάτουσκα ἔβαλε βαθειά μετάνοια, σταύρωσε τούς νεκρούς καί μπῆκε στό θάλαμο.

Ὁ ὁδηγός τίναξε μέ βρισιές τά γκέμια κι ἔκανε τά ἄλογα νά προχωρήσουν. Τό ἕλκηθρο, γλιστρώντας ἀργά, χάθηκε σύντομα πίσω ἀπό τήν παράγκα.

  1. «Μέ  ποιούς  είσαι  παπά?»

Ήταν βράδυ. Η παράγκα είχε κλειδωθεί. Έξω ο άνεμος φύσαγε άγριος και το χιόνι είχε καλύψει τα παράθυρα. Μέσα η ατμόσφαιρα ήταν υγρή και αποπνικτική, ωστόσο ζεστή. Τα χαμηλωμένα φώτα δημιουργούσαν ένα μελαγχολικό μισοσκόταδο, πού έκανε πιο βαρύ το αίσθημα της μοναξιάς, πιο καταθλιπτικό το σκοτάδι της ψυχής.

Κάποιες μικροπαρέες συζητούσαν χαμηλόφωνα. Μερικοί παίζανε στο ντόμινο ή στα χαρτιά το αυριανό τους συσσίτιο. Και οι περισσότεροι προσπαθούσαν ν’ αποκοιμηθούν, μάταια όμως, αφού δεν τους άφηναν μήτε των άλλων οι φωνές, μήτε οι δικοί τους λογισμοί.

Λίγο πιο πέρα απ’ το κρεβάτι του π. Αρσενίου, γύρω από έναν ξαπλωμένο κρατούμενο, μαζεύτηκαν πέντ’ – έξι άτομα. Και σε λίγα λεπτά φούντωσε η λογομαχία. Το θέμα, βλέπετε, ήταν καυτό: οι κρατούμενοι και η κρατική εξουσία.

Μέσα σ’ ένα τέταρτο της ώρας είχαν συγκεντρωθεί είκοσι άνθρωποι, ανάμεσά τους παλαιά στελέχη του Κόμματος, διανοούμενοι, επαγγελματίες, οπαδοί του Βλάσσωφ. Τα αίματα άναψαν. Ο στρατηγός Βλάσσωφ, ο «Κουΐσλινγκ της Ρωσίας», συνεργάστηκε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Γερμανούς, επικαλούμενος «τα δεινά του κομμουνισμού» και ιδιαίτερα τις τρομοκρατικές μεθόδους του Στάλιν.

– Γιατί μας φυλάκισαν; Χωρίς λόγο! Που είναι η δικαιοσύνη; Όλοι τους πρέπει νατουφεκιστούν!

Τα πρόσωπα ήταν εξαγριωμένα, τα νεύρα τεντωμένα, τα λόγια ανεξέλεγκτα. Μόνοτρεις – τέσσερεις πρώην κομματικοί, αδιόρθωτα ρομαντικοί ιδεολόγοι – προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στους άλλους, ότι τα συνταρακτικά γεγονότα που ζούσαν, οφείλονταν σε ένα τραγικό λάθος· ότι αργά ή γρήγορα όλα θα τακτοποιούνταν ότι οι συλλήψεις και οι εκκαθαρίσεις οφείλονταν σε πλεκτάνες παρασιτικών στοιχείων, ότι ο Στάλιν δεν ήταν υπεύθυνος για όλ’ αυτά, αλλά είχε εξαπατηθεί.

– Εξαπατηθεί; Μα έχουν φυλακίσει τη μισή Ρωσία! Εδώ έχουμε οργανωμένο σχέδιοεξαφανίσεως των ηγετικών στελεχών, διαμαρτυρήθηκε κάποιος.

– Ο Στάλιν τα ξέρει όλα! Με δικές του εντολές γίνονται! πρόσθεσε ένας άλλος.

Πιο οργισμένος απ’ όλους ήταν ένας κρατούμενος που είχε καταδικαστεί γιααντισοβιετική προπαγάνδα και απόπειρα δολοφονίας του Στάλιν. Το πρόσωπο του είχεπαραμορφωθεί, η φωνή του έτρεμε, τα μάτια του γυάλιζαν. Οι οπαδοί του Βλάσσωφ, πάλι, έβριζαν και απειλούσαν και βρυχιόντουσαν σαν τα θηρία στο κλουβί.

– Να τα ξεκάνουμε, να τα κρεμάσουμε, να τ’ αφανίσουμε τα καθάρματα του Κόμματος! ,..

Ένας απ’ αυτούς πιάστηκε στα χέρια με τον πρώην γραμματέα μιας κομματικής επιτροπής του Λένινγκραντ, μαχητικό μπολσεβίκο από την επανάσταση του 1917, που είχε πέσει σε δυσμένεια και είχε καταλήξει στο Ειδικό.

– Προδότη! φώναζε ο μπολσεβίκος στο δοσίλογο. Έπρεπε να σε είχαν τουφεκίσει για τη συνεργασία σου με τους Γερμαναράδες, κι εσύ ακόμα ζεις!

– Τι να σου κάνω, δεν έπεσες στα χέρια μου! απαντούσε ο άλλος. Θα σε κρέμαγα! Θα σ’ έλιωνα! Δεκάδες σαν κι εσένα ξεπάστρεψα, γι’ αυτό μ’ έστειλαν εδώ. Να όμως που κι εσύ, ενώ τόσα χρόνια τους έγλειφες, ψοφάς εδώ μαζί μου σαν προδότης!

-Εγώ προδότης; Εγώ ρε; Εγώ που στήριξα τη Σοβιετική εξουσία;..

-Τι “εγώ” κι “εγώ” μου κοπανάς; Είσαι ή δεν είσαι φυλακισμένος σαν προδότης; Αυτό έχει σημασία. Να τη χαίρεσαι, λοιπόν, την εξουσία σου!

Μερικοί γελούσαν, μα ή ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.

– Γκρεμίσατε τις εκκλησιές! Ποδοπατήσατε την πίστη! πέταξε κάποιος στον μπολσεβίκο.

Τότε ένας άλλος από τους συγκεντρωμένους, βλέποντας τον π. Αρσένιο να κάθεται στοκρεβάτι του, φώναξε;

– Ε, Πέτρε Αντρέγιεβιτς! Πες μας τη γνώμη σου για τη σχέση εξουσίας και Εκκλησίας.

Ο π. Αρσένιος δεν αποκρίθηκε. Πετάχτηκαν όμως δύο παλληκαράδες από την παρέα και τον έφεραν σχεδόν σηκωτό ανάμεσα στους άλλους.

Ο μπολσεβίκος αμέσως σώπασε. Είχε φιλικές σχέσεις με τον π. Αρσένιο και ήξερε τιείχε τραβήξει στις φυλακές και τα στρατόπεδα. Όλοι περίμεναν πως ο παππούλης θα ήταν καταπέλτης για τη σοβιετική εξουσία· όλοι, και πρώτος ο Ζιτλόφσκυ. Ο ΑρκάδιοςΣυμεώνοβιτς Ζιτλόφσκυ στο παρελθόν ήταν δημοσιογράφος, στη συνέχεια ανέλαβε τηδιοίκηση μονάδας του Κόκκινου στρατού, και τέλος αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του στρατού των δοσιλόγων. Άνθρωπος σκληρός αλλά και ικανός, ασκούσε μεγάλη επιρροή σ’ όλους τους κρατουμένους οπαδούς του Βλάσσωφ. Αυτοί αποτελούσαν ξεχωριστή ομάδα μέσα στο στρατόπεδο, που δεν είχε σχέσεις με καμιάν άλλη. Τίποτα και κανένα δεν φοβόντουσαν. Το τέλος τους το γνώριζαν. Φανατικοί αντικομμουνιστές, είχαν αποφασίσει να πεθάνουν για την ιδεολογία τους.

– Έλα, παππούλη, βγάλ’ τα όλα στη φόρα!

Μετά από μικρή σιωπή, ο π. Αρσένιος είπε ήρεμα:

  • Πολύ έντονη αντίθεση έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σας. Έντονη και μισάδελφη. Είναι

δύσκολη, βαριά, αφόρητη η ζωή μέσα στο στρατόπεδο. Γνωρίζουμε που θα καταλήξουμε. Γι’ αυτό έχουμε γίνει τόσο σκληροί. Όλα μπορούμε, αν θέλουμε, να τα εξηγήσουμε και να τα δικαιολογήσουμε. Σε καμιά περίπτωση δεν έχουμε το δικαίωμα να κακοποιούμε και να σφάζουμε.

Σάς άκουσα να κατηγορείτε την εξουσία, το σύστημα, τους ανθρώπους. Κι εμένα μεκουβαλήσατε εδώ μόνο και μόνο για να βρείτε ένα σύμμαχο, πού θα σας βοηθήσει ναενοχοποιήσετε την άλλη πλευρά. Λέτε, λοιπόν, πως ο κομμουνισμός γκρέμισε εκκλησίες, φυλάκισε πιστούς, πολέμησε την Εκκλησία. Ναι, έτσι είναι. Ας εξετάσουμε όμως ταπράγματα συνολικότερα και βαθύτερα. Ας ανατρέξουμε σε όσα προηγήθηκαν. Πολύ πρωτύτερα ο λαός μας είχε χάσει την πίστη του, είχε περιφρονήσει την παράδοσήτου, είχε λησμονήσει την ιστορία του, είχε αρνηθεί τα ιερά και τα όσιά του. Ποιος φταίει γι’ αυτό; Η τωρινή εξουσία; Εμείς φταίμε! Και τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε… Ας θυμηθούμε, τι παράδειγμα έδιναν στο λαό οι διανοούμενοι, οι ευγενείς, οι έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, και προπαντός, τι παράδειγμα δίναμε εμείς, οι κληρικοί.

Ήμασταν οι χειρότεροι απ’ όλους! Γι’ αυτό και των παπάδων τα παιδιά, βλέποντας μέσα στις οικογένειές τους την ανηθικότητα και τη φιλοχρηματία, γίνονταν οι πιο φανατικοί άθεοι, οι πιο μαχητικοί επαναστάτες. Πολύ πριν από την επανάσταση του 1917 ο κλήρος είχεχάσει κάθε δυνατότητα καθοδηγήσεως του λαού. Είχε γίνει – αλλοίμονο! – μια κάστα επαγγελματιών, οπού βασίλευαν η απιστία και η διαφθορά. Από το πλήθος των μοναστηριών της πατρίδας μας, μόνο πέντ’ έξι ήταν φωτεινοί φάροι του Χριστιανισμού και του πνεύματος: το Βάλαμο, η Όπτινα με τους μεγάλους στάρτσι, το Ντιβέγιεβο, το Σάρωφ και ίσως ένα – δύο ακόμα. Στα υπόλοιπα όχι μόνο την πίστη και την αρετή δεν συναντούσε κανείς, αλλά και σκανδαλιζόταν από το κοσμικό φρόνημα και την ανόητη επιδεικτικότητα.

Τι μπορούσε να πάρει ο λαός από τέτοιους ρασοφόρους, από τέτοιους δήθενεκπροσώπους του Θεού; Εμείς τον σπρώξαμε στην επανάσταση, γιατί δεν του δώσαμε το καλό παράδειγμα. Δεν του εμπνεύσαμε την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την ταπείνωση.

Μην τα ξεχνάτε όλ’ αυτά, μην τα ξεχνάτε! Γι’ αυτό μας εγκατέλειψε τόσο εύκολα ο λαός. Γι’ αυτό αρνήθηκε μαζί μ’ εμάς και το Θεό. Γι’ αυτό γκρέμισε τις εκκλησιές.

Δεν μπορώ, λοιπόν, να κατηγορήσω την εξουσία, το σημερινό καθεστώς. Γιατί οισπόροι της αθεΐας έπεσαν τότε στο έδαφος πού εμείς οι ίδιοι είχαμε προετοιμάσει με τα λάθη μας και τον ξεπεσμό μας. Αυτή ήταν η αιτία και η αρχή του κακού. Όλα όσα ακολούθησαν, ακόμα και τούτο το στρατόπεδο και το μαρτύριό μας και οι άσκοπες θυσίες τόσων αθώων ανθρώπων, δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συνέπειες. Φοβερά, βέβαια, όσα συμβαίνουν, αλλά, σαν πατριώτης και ιερέας, πρέπει να πω και σ’ εσάς ό,τι έλεγα πάντα στα πνευματικά μου παιδιά: Την πατρίδα μας, σ’ όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται, πρέπει να την αγαπάμε, να την υποστηρίζουμε, να την υπερασπιζόμαστε. Τα σημερινά δεινά θα περάσουν. Όλα κάποτε θα διορθωθούν…

  • Χαριτωμένος είσαι, παππούλη, σφύριξε με σφιγμένα δόντια ο Ζιτλόφσκυ. Λυντσάρισμα σου χρειάζεται γι’ αυτό το σιχαμερό κήρυγμα! Μας κάνεις τον άγιο, μα τώρα έδειξες πώς είσαι ένας άθλιος προπαγανδιστής. Για το Ειδικό δουλεύεις!

Δυο χεροδύναμοι άρπαξαν αμέσως τον π. Αρσένιο και τον απομάκρυναν βίαια από τηνομήγυρη. Ο καβγάς κράτησε λίγο ακόμα, σιγά – σιγά όμως η παρέα άρχισε να διαλύεται. Η ώρα ήταν περασμένη κι έπρεπε όλοι να ξεκουραστούν.

Από την άλλη μέρα κιόλας μερικοί σκληροπυρηνικοί της ομάδας του Ζιτλόφσκυάρχισαν να παρακολουθούν και να ταλαιπωρούν τον π. Αρσένιο. Δυο φορές τονξεμονάχιασαν και τον ξυλοκόπησαν. Μια νύχτα έχυσαν ούρα πάνω στο κρεβάτι του. Πολλές φορές του άρπαξαν το φαγητό και τον άφησαν νηστικό.

Μετά απ’ αυτά τα περιστατικά οι φίλοι του αποφάσισαν να τον προστατέψουν. Πώςόμως;… Κάποιο βράδυ ένας άνθρωπος του Ζιτλόφσκυ, ο Ζόρα Γρηγορένκο από το Κίεβο, πλησίασε τον π. Αρσένιο.

– Έλα, παπά! Σε θέλει ό αρχηγός.

Ο παππούλης τον ακολούθησε χωρίς αντίρρηση.

Ο Ζιτλόφσκυ ήταν ξαπλωμένος νωχελικά στο κρεβάτι του και μιλούσε στους συντρόφους του, που τον περιτριγύριζαν.

– Με ποιους είσαι, παπά; ρώτησε τον π. Αρσένιο. Μ’ εμάς ή με τους μπολσεβίκους είσαι, ψυχή πουλημένη; Δουλεύεις για το Ειδικό Τμήμα, ε; Εξομολογείς τ’ αδέρφια μας και μετά τα καρφώνεις σ’ αυτούς τους… Θα σε περιποιηθούμε! Θα σε ξεκάνουμε, για να παραδειγματιστούν οι όμοιοί σου. Έλα, Ζόρα! Ανάλαβε τον! Πρώτα, όμως, άφησέ τον ν’ απολογηθεί.

Ο Ζόρα Γρηγορένκο ήταν αντιπαθητικός σε όλους. Γεροδεμένος, πλατύσωμος,κοντόλαιμος, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από κάποιο παλαιό τραύμα, προξενούσε ένα αίσθημα αποστροφής. Σύμφωνα με κάποιες φήμες, οι Γερμανοί τον χρησιμοποιούσαν σαν εκτελεστή των πατριωτών που καταδίκαζαν σε θάνατο.

Ο π. Αρσένιος κοίταξε ατάραχα τον Ζιτλόφσκυ.

– Η ζωή των ανθρώπων δεν είναι στα χέρια σας, είπε με σταθερή φωνή, αλλά στα χέρια του Θεού. Μ’ εσάς, πάντως, δεν συμμαχώ!

Κάθησε σ’ ένα κρεβάτι απέναντι από τον Ζιτλόφσκυ.

  • Μη με απειλείτε, συνέχισε. Δεν φοβάμαι! Δεν περνάνε σ’ εμένα μήτε οι απειλές μήτε οι αγριάδες μήτε οι ξυλοδαρμοί. Ο Κύριος έχει καθορίσει με ακρίβεια τόσο το μήκος του επίγειου δρόμου όσο και το μέτρο των βασάνων κάθε ανθρώπου. Αν λοιπόν ο δικός μου δρόμος διακοπεί εδώ και τώρα, αυτό θα είναι το θέλημα του Θεού. Και το θέλημα του Θεού δεν μπορεί κανένας να το αλλάξει, ούτ’ εσείς ούτ’ εγώ. Εκείνο όμως που έχει σημασία, εκείνο πού πρέπει να μας φοβίζει όλους, είναι ότι θα σταθούμε μπροστά στο κριτήριό Του και θα λάβουμε την ανταπόδοση των πράξεών μας… Εγώ πιστεύω στο Θεό και ύστερα στον άνθρωπο. Πιστεύω και θα πιστεύω ως την τελευταία μου πνοή. Εσείς σε τι πιστεύετε; Που είναι ό Θεός σας; Λέτε ότι θέλετε να προστατέψετε τους αδικημένους και τους καταπιεσμένους. Ωστόσο δεν κάνατε παρά αρπαγές, λεηλασίες, σφαγές, φόνους. Ρίξτε μια ματιά στα χέρια σας. Είναι αιματοβαμμένα!…

Ο Ζιτλόφσκυ σήκωσε αμήχανα τα χέρια του και τα κοίταξε με μάτια γουρλωμένα.

Ύστερα κάρφωσε το αγριεμένο βλέμμα του στον π. Αρσένιο.

– Πολλά λες! ούρλιαξε, καθώς τα χέρια του έπεφταν βαριά πάνω στα γόνατα.

– Αρκάδιε Συμεώνοβιτς! ακούστηκε από τα πάνω κρεβάτια η φωνή του Γρηγορένκο. Οπαπαδάκος πήρε φόρα. Έχει έμπνευση. Λες να μας κάνει καμιά διάλεξη;

– Σκάσε, Γρηγορένκο! τον έκοψε ο Ζιτλόφσκυ. Άσ’ τον να τα πει προτού ψοφήσει.

Οι παπάδες είναι σαν τους σοβιετικούς συνδικαλιστές, μια ζωή γλωσσοκοπάνε!

Ο π. Αρσένιος συνέχισε, αγνοώντας τα ειρωνικά σχόλια.

– Λέτε ότι πιστεύετε, αλλά σε τι; Βασανίσατε και σκοτώσατε τόσους ανθρώπους. Ποιος σας έδωσε αυτό το δικαίωμα; Αναγνωρίζετε τον Ντοστογιέφσκυ σαν μεγάλο συγγραφέα, παραδέχεστε ότι εκφράζει την ψυχή του ρωσικού λαού. Για θυμηθείτε, λοιπόν, τι περίπου λέει ο Ντοστογιέφσκυ με το στόμα του ετοιμοθάνατου στάρετς Ζωσιμά, στους «Αδελφούς Καραμάζωφ»: «Να μη μισείτε τους άθεους, τους κήρυκες του κακού, τους υλιστές, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλοί καλοί, προπαντός στην εποχή μας. Ν’ αγαπάτε το λαό του Θεού… Να πιστεύετε και να κρατάτε ψηλά τη σημαία». Η δική σας ζωή, όμως, είναι γεμάτη από πράξεις μίσους και κακίας. Έχετε ακόμα χρόνο να σκεφθείτε, να προβληματισθείτε και να διορθωθείτε.

Ο π. Αρσένιος σηκώθηκε και έκανε να φύγει για το κρεβάτι του, μα την ίδια στιγμή οΓρηγορένκο, μ’ ένα σάλτο, έπεσε πάνω του και τον έπιασε από το λαιμό. Θα τον έπνιγε, ναι!

Τότε, μέσα στο μισοσκόταδο, εμφανίστηκε η θεόρατη και ρωμαλέα σιλουέτα τουΝαύτη. Τον έλεγαν έτσι, γιατί ήταν πράγματι ναύτης από την Οδησσό, που είχε καταδικαστεί σε δεκαπενταετή κάθειρξη για πολιτικούς λόγους. Πάντα ξέγνοιαστος, πρόσχαρος και καλοσυνάτος, είχε αποκτήσει τη συμπάθεια όλων. Στο στρατόπεδο, παρά τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως, είχε παράδοξα διατηρήσει την υγεία και τη δύναμή του. Με μερικές δυνατές σπρωξιές ο Ναύτης πέρασε μέσ’ από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του Ζιτλόφσκυ, άρπαξε τον Γρηγορένκο, τον σήκωσε ψηλά σαν σακί και τον πέταξε πάνω στους συντρόφους του.

– Ξέχασες, μικρέ, ότι εδώ είναι Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος και όχι αστυνομικό τμήμα των Γερμανών, του είπε με τη χαρακτηριστική προφορά της Οδησσού.

Ύστερα στράφηκε στον Ζιτλόφσκυ.

  • Φρόντισε να περιμαζέψεις τους γερμανόδουλους φίλους σου, αλλιώς θα σας σφάξουμε όλους. Ακούς; Όλους!..

Ο Ζιτλόφσκυ και οι σύντροφοί του τα χρειάστηκαν, γιατί στο μεταξύ είχαν πλησιάσει και άλλοι κρατούμενοι με άγριες διαθέσεις.

– Όσο για σένα, Γρηγορένκο, μην ξαναπλώσεις χέρι στον Πέτρο Αντρέγιεβιτς, γιατί χάθηκες! θα σε τσακίσω! Θα σε κάνω κεφτέ!… Πάμε να φύγουμε Πέτρε Αντρέγιεβιτς, γιατί τους δίνουμε στα νεύρα. Σας εκφράζω την εκτίμηση μου, και εύχομαι να ξανασυναντηθούμε κάτω από καλύτερες συνθήκες.

Σε τρεις εβδομάδες ο Ζόρα Γρηγορένκο μεταφέρθηκε σε άλλη παράγκα. Ο Ζιτλόφσκυ ησύχασε και μαλάκωσε, οι αψιμαχίες όμως ποτέ δεν σταμάτησαν μέσα στο θάλαμο…

  1. Ο  Σαζίκωφ

Όσο  ο  καιρός  περνούσε, τόσο  καί  δενόταν  ψυχικά  ο  Σαζίκωφ  μέ  τόν  π. Αρσένιο, τόν  φρόντιζε, τόν  βοηθούσε, τόν  συμβουλευόταν, τού  μιλούσε  γιά  τόν  εαυτό  του  καί  τή  ζωή  του. Μέ  κάποια  νοσταλγία  θυμόταν  τά  παιδικά  του  χρόνια.

Καταγόταν  από  αρχοντική  οικογένεια  τού  Ροστώφ. Στό βάπτισμα  είχε ονομασθεί  Σεραφείμ,πρός  τιμήν  τού  Οσίου  Σεραφείμ  τού  Σάρωφ. Πολύ  νωρίς  ο  πατέρας  του  εγκατέλειψε  τήν  οικογένεια. Μά  η  μητέρα  του, πού  ήταν  πολύ  πιστή  καί  ευσεβής,ανέθρεψε  τόν  μικρό  Σεραφείμ  μέ  φόβο  Θεού, μέ  συμβουλές  καί  νουθεσίες  πνευματικές. Ως  τά  δεκατέσσερα  χρόνια  του  τόν  έπαιρνε  μαζί  της  στήν  εκκλησία. Πέθανε  όμως  όταν  ο  μοναχογιός  της  ήταν  εικοσιδύο  χρονών, διπλωματούχος  μηχανολόγος  ήδη  τού  Τεχνολογικού  Ινστιτούτου  τού  Ροστώφ.

Ο  Σεραφείμε  έμεινε  μόνος. Καί  δέν  άργησε  νά  μπλέξει  μέ  μιά  ‘’παλιοπαρέα’’. Οι  ‘’φίλοι’’  τόν  τύλιξαν  καί τόν  παρέσυραν επιτήδεια  στόν  κατήφορο. Άρχισαν  τή  δράση  τους  μέ  μικροδουλειές, γιά  νά  καταλήξουν  στά  μεγάλα  κόλπα  καί  εγκλήματα – απάτες, ληστείες, καταχρήσεις, φόνους.

Γιά  δώδεκα  περίπου  χρόνια  ακολούθησε  ο  Σαζίκωφ  αυτόν  τόν δρόμο, δρόμο  πού  διασταυρώθηκε  κάμποσες  φορές μέ τόν όμοιο  τού  Σέριϊ. Συνεργάστηκαν  σέ  μερικές  δουλειές, όχι  όμως  συστηματικά. Ο  Σαζίκωφ  προτιμούσε  τίς  τολμηρές  καί  ‘’επιστημονικές’’  κομπίνες, πού  θά  τού  εξασφάλιζαν  πολλά  λεφτά  χωρίς  πολλά  αίματα. Επιδίωκε  λοιπόν, νά  πιάνει  δουλειά  σέ  μεγάλα  ιδρύματα  ή  επιχειρήσεις. Κι  αυτό  τό  κατόρθωνε  χωρίς  πολλή  δυσκολία  μέ  τά  αναμφισβήτητα  προσόντα  του, τήν  ανώτερη  μόρφωση, τήν  ευφυία, τήν  ευφράδεια  καί  τόν  αέρα  τής  αριστοκρατικής  του  καταγωγής. Δείχνοντας  ζήλο  στή  δουλειά  καί  άριστη  διαγωγή, κέρδιζε  σύντομα  τήν  εκτίμηση  καί  τήν  εμπιστοσύνη  τών  προϊσταμένων  του. Έτσι  μάθαινε  όλα  τά  μυστικά  τών  επιχειρήσεων, προπαντός  όσα  σχετίζονταν  μέ  οικονομικά  καί  ταμιακά  ζητήματα. Καθοριστική, μέ  τόν  ένα  ή  τόν  άλλο  τρόπο, ήταν  πάντοτε  και  η  συμβολή  τών  γυναικών, πού  γίνονταν  ακούσια  όργανα  ή  καί  θύματά  του. Πώς  ν’ αντισταθούν  τ’ανόητα  θηλυκά  σ’ αυτόν  τόν  ψηλό  καί  κομψό  ομορφάντρα, μέ  τούς  ιπποτικούς  τρόπους  καί  τό  συνταρακτικό  βλέμμα?

Αφού  λοιπόν  μάθαινε  ό,τι  τού  χρειαζόταν, κατέστρωνε  μέ τούς  συνεργάτες  του  ένα  άρτιο  καί  ολοκληρωμένο  σχέδιο  δράσης, πού πάντα  τού  εξασφάλιζε  τεράστια  ποσά. Καί  μετά… εξαφανιζόταν.έφευγε  γι’ άλλη  πόλη, γι’ άλλες δουλειές.

Τό  παράξενο  ήταν, ότι  τόν  έπιασαν  κάποτε  μαζί  μέ  μερικούς  συντρόφους  του  γιά  μιά  μικροαπάτη, γιά  ψιλοπράματα. Στήν  ανάκριση  κάποιος  έσπασε  καί  μίλησε. Τά  είπε όλα. Έτσι, από  τά  μικρά  η  αστυνομία  έφτασε  στά  μεγάλα. Τόν δίκασαν  καί  τόν  καταδίκασαν  σέ  θάνατο,αλλάτελικά  τόν  έστειλαν  ν’ αργοπεθαίνει  στό  Ειδικό.

‘’τά  έχασα  όταν  μέ  αποκαλέσατε  Σεραφείμ. Πώς  ξέρατε  τό  πραγματικό, τό  βαφτιστικό  μου  όνομα? Νόμιζα  πώς  τό  είπατε  τυχαία – τί  άλλο  μπορούσα  τότε  νά υποθέσω? Αργότερα  όμως  είδα  νά  κάνετε  τό  ίδιο  καί  μέ  άλλους  κρατουμένους. Συγκλονίστηκα! Άρχισα  νά  παρακολουθώ τίς  κινήσεις  σας  καί  τή  ζωή  σας. Σάς  είδα  λοιπόν  νά  ζείτε  γιά  νά  κάνετε  τό  καλό  στό όνομα  τού  Θεού. Αναλογίστηκα  τήν  δική  μου  ζωή. Ήταν  διαμετρικά  αντίθετη. Ζούσα  γιά  νά  κάνω  τό  κακό  στό  όνομα  τού  συμφέροντος, τής  κραιπάλης, τών  απολαύσεων.

‘’τώρα  σκέφτομαι: γιατί  ζούσα  έτσι? Καί  τί  κέρδισα? Φίλους  δέν  έχω, μόνο  συντρόφους  στήν  παρανομία. Κανένας  δέν  μέ  χρειάζεται. Κι  άν  κάνουν  κάτι  γιάμένα, τό  κάνουν  μόνο  από  φόβο. Τό  παράδειγμά  σας  ξύπνησε  τήν  κοιμισμένη  κου  συνείδηση, συντάραξε  τήν  πωρωμένη  μου  καρδιά. Αποφάσισα  νά  δώσω  οριστικό  τέλος  στό  παρελθόν. Μά  είναι  δύσκολο. Θά  σέ  ξεκάνουν  οι  ίδιοι  οι  ‘’φίλοι’’  σου  όταν  μυριστούν  ότι  τούς  κάνεις  νερά. Οι  εγκληματίες  δέν  έχουν  ούτε  ιερό  ούτε  όσιο, δέν  φοβούνται  τίποτα, δέν  υπολογίζουν  μήτε  τόν  θάνατο, γιατί  τόν  έχουν  συνεχώς  στήν  τσέπη. Εγώ  κι  ο  Σέριϊ  βάλαμε  κάποια  τάξη  στούς  θαλάμους  μας, ασκούμε  κάποιον  έλεγχο, αλλά, όπως  καί  νά  τό  κάνεις, αυτοί  οι  άνθρωποι  δύσκολα  μαζεύονται… τό  ξέρω  πώς  η  ζωή  μου  θά  τερματιστεί  εδώ  μέσα, ωστόσο… θέλω  ν’ ακολουθήσω  τό  δρόμο  σας… θέλω  νά  πιστέψω!

  1. Η  εξομολόγηση

Αργά μια νύχτα ο Σαζίκωφ πήγε να βρει τον π. Αρσένιο. Ήταν φανερά ταραγμένος. Κα­θόταν, σηκωνόταν, στριφογύρι­ζε, μιλούσε μια για το ένα και μια για το άλλο θέμα.

– Πάτερ Αρσένιε, είπε μετά από ώρα. Θέλω να εξομολο­γηθώ! Δεν θ’ αργήσει να έρθει το τέλος, και με βαραίνουν αμαρτίες πολλές, πάρα πολλές…

Απέμεναν δυο ώρες ως το εγερτήριο. Αποσύρθηκαν σε μια γωνιά. Ο Σεραφείμ γονά­τισε. Ο π. Αρσένιος έβαλε το χέρι στο κεφάλι του και βυθί­στηκε στην προσευχή.

Πέρασαν μερικά λεπτά. Ο Σεραφείμ ήταν λουσμένος στον ίδρωτα. Αγωνιούσε, ζαλιζόταν, χανόταν… Μιλούσε κοφτά, μπερδεμένα, με μεγάλη δυ­σκολία.

Ο π. Αρσένιος σώπαινε. Δεν τον ρωτούσε, δεν τον βοηθούσε, δεν τον παρηγορούσε. Μόνο άκουγε και προσευχόταν.

Μέσα στο στρατόπεδο είχε εξομολογήσει αρκετούς, πολύ σπάνια όμως γερασμένους βε­τεράνους εγκληματίες. Αυτοί είχαν χάσει όλα τους τα αισθήματα. Η συνείδηση, η αγάπη, η δικαιοσύνη, η πίστη, η ανθρωπιά είχαν νεκρωθεί· είχαν πνιγεί μέσα στο αίμα, τη σκληρότητα, τη διαφθορά. Το παρελθόν, τους τρόμαζε το πα­ρόν, τους απέλπιζε και μέλλον δεν υπήρχε. […]

Ο Σεραφείμ βασανιζόταν από τις τύψεις. Ήθελε να βά­λει ένα τέρμα σ’ αυτόν τον τρό­πο ζωής. Μα δεν μπορούσε να βρει διέξοδο από τον υπόκοσμο προς τον κόσμο, δεν μπορούσε να ξεγλιστρήσει από το σιδε­ρένιο δίχτυ των συντρόφων και συνενόχων, πού ήταν πάντα έτοιμοι να τιμωρήσουν σκληρά κάθε «δειλό», κάθε «προδότη». Και ο καιρός περνούσε…

Η ίδια πάντα ιστορία, ιστο­ρία πού γνώριζε καλά ο π. Αρσένιος, η ιστορία των εγκληματιών πού γερνούσαν μέσα στην παρανομία – και τι να έκαναν;

Ο Σαζίκωφ έλεγε, έλεγε πολ­λά, μα δεν έκανε εξομολόγηση. Είχε προετοιμαστεί καλά. Έστυψε το μυαλό του· θυμή­θηκε ακόμα και τα πιο μακρι­νά, και τα πιο ασήμαντα περιστατικά της ζωής του· κατέστρωσε ένα σχέδιο. Και τώρα, πού ήρθε η ώρα να εξομολογηθεί, τα έχασε. Πάγωσε. Μπερ­δεύτηκε. Μιλούσε, αλλά τα λό­για του ήταν ανακατωμένα, ο νους του θολωμένος και, πάνω άπ’ όλα, η ψυχή του κρύα. Ακό­μα κι όταν κατόρθωσε με πολύ κόπο να βρει την αυτοκυριαρ­χία του και να βάλει σε μια τά­ξη τις σκέψεις του, δεν έκανε παρά μια ξερή αφήγηση γεγο­νότων χωρίς μεταμέλεια, χωρίς συντριβή, χωρίς καμιά ψυχική συμμετοχή.

Ο π. Αρσένιος το έβλεπε και το κατανοούσε. Το παρελθόν του Σαζίκωφ πά­λευε με το παρόν του. Και από την πάλη αυτή θ’ άνοιγε ο δρόμος για το μέλλον του.

Έγινε μια μικρή παύση. Ο Σεραφείμ έκλαιγε. Μα η ψυχή του ήταν πάντα το ίδιο παγε­ρή. Ο π. Αρσένιος κατάλαβε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να επέμβει.

– Για θυμήσου, του είπε, πό­σο σε παρακαλούσε μέσα στο δάσος εκείνη η γυναίκα, πόσο ικέτευε να τη λυπηθείς… Μα εσύ δεν τη λυπήθηκες! Και αργότερα ένοιωθες ντροπή και αηδία για τον εαυτό σου…

Ο Σαζίκωφ κεραυνοβολήθη­κε. Μέσα σε μια στιγμή κατά­λαβε: Ο π. Αρσένιος τα ξέρει όλα! Ο π. Αρσένιος τα βλέπει όλα! Δεν υπήρχε λοιπόν λόγος να ψάχνει για λέξεις. Δεν υπήρχε λόγος να φοβάται ή να ντρέπεται. Θ’ άνοιγε απλά την ψυχή του, πού ήταν κιόλας φλογισμέ­νη. Και θ’ άφηνε τα πάντα στα χέ­ρια του εξομολόγου και του Θεού. Η εξομολόγηση είχε τελειώσει. Ο Σεραφείμ ήταν ακόμα γονατιστός, με το πρό­σωπο λουσμένο στα δάκρυα. Τα είχε πει όλα. Είχε μετανοή­σει για όλα. Και τώρα περίμε­νε. Περίμενε την άφεση ή την καταδίκη.

Ο π. Αρσένιος έσκυψε χαμη­λά. Στο νου του είχε μόνο λό­για προσευχής. Λόγια για τον Σεραφείμ δεν έβρισκε. Μπρο­στά του ήταν ένας άνθρωπος πού εξομολογήθηκε με ειλικρί­νεια, με επίγνωση της αμαρτωλότητάς του, με ψυχική οδύ­νη· μα ήταν συνάμα κι ένας άνθρωπος πού είχε διαπράξει ανατριχιαστικά κακουργήμα­τα, πού είχε σκορπίσει το θά­νατο, τον πόνο, τη συμφορά.

Ο ιερέας Αρσένιος, πού συγ­χωρεί και λύνει τα αμαρτήμα­τα των ανθρώπων στο όνομα του Κυρίου, παλεύει τώρα με τον άνθρωπο Αρσένιο, πού δεν μπορεί να παραβλέψει και να συγχωρήσει μέσα σε μια στιγ­μή τόσα φρικτά εγκλήματα.

«Κύριε και Θεέ μου, δώσε μου φωτισμό για να κατανοήσω και δύναμη για να εκτελέσω το θέλημα Σου! Να δείξω στον Σεραφείμ το δρόμο Σου! Να τον βοηθήσω να συνέλθει, ν’ αναγεννηθεί! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε μας και τους δύο, ελέη­σε μας τους αμαρτωλούς!»

Μια μυστική φωνή μίλησε μέσα του, μια φωνή πού τον πληροφόρησε ότι δεν χρειαζό­ταν να πει τίποτα, δεν χρειαζό­ταν καν να βάλει στη ζυγαριά της στενόκαρδης ανθρώπινης δικαιοσύνης τις αμαρτίες ενός βαθιά μετανοημένου ανθρώ­που, πού είχε βρει τον Κύριο.

Σηκώθηκε, έσφιξε στο στήθος του το κεφάλι του Σεραφείμ και είπε:

– Με τη δύναμη και εξουσία πού μου δόθηκε από το Θεό, εγώ, ο ανάξιος ιερεύς Αρσένιος, συγχωρώ και λύνω τα αμαρτή­ματα σου. Από δω και εμπρός να κάνεις το καλό στους ανθρώ­πους, και ο Κύριος θα σε ελεή­σει. Πήγαινε και ζήσε πια ειρηνικά. Ο Θεός θα σου δείξει το δρόμο. Όσο για μένα, θα είμαι παντοτινά κοντά σου, Σεραφείμ!

  1. «Θά  σάς  βοηθήσω»

Ένα  βράδυ,καθώς  ο  Σαζίκωφ  συζητούσε  μέ  τόνπ.Αρσένιο,τού  είπε:

  • Βλέπω, μπάτουσκα, ότι  λέτε  απ’έξω  τίς  προσευχές  σας. Εκκλησιαστικά  βιβλία  δέν  έχετε. Άν  θέλετε, κάτι  μπορούμε  νά  βρούμε. Ο  Σέριϊ  συζήτησε  τό  θέμα  μέ  τά  παιδιά, καί  είπαν  ότι  υπάρχουν  τέτοια  βιβλία.
  • Γιά  τό  Θεό! Μήν  τ’ αρπάξετε, σάς  παρακαλώ, από  άλλον. Μή  μού  φορτώσετε  τέτοιο  κρίμα!
  • Μά  τί  λέτε  π. Αρσένιε! Από  κανέναν  δέν  θ’ αρπάξουμε. Ξέρετε  τήν  αποθήκη, όπου  συγκεντρώνουν  τά  προσωπικά  αντικείμενα  τών  κρατουμένων, ιδιαίτερα  εκείνων  πού  έρχονται  από  τούς  Σταθμούς  Προσωρινής  Κρατήσεως. Εκεί  λοιπόν  υπάρχουν  καί  βιβλία, όπως  μάθαμε  από  έμπιστους  ανθρώπους. Τά  παιδιά  αποφάσισαν  νά βάλουν  χέρι  στά  πράγματα  τής  αποθήκης. Βρήκαν  έναν  ασφαλή καί  σίγουρο  τρόπο – εύκολη  δουλειά! Εγώ  τούς  είπα  νά  πάρουν  καί  καναδυό  εκκλησιαστικά  βιβλία.

Ανησύχησε  ο  π. Αρσένιος. Όλη  νύχτα  προσευχόταν. Λίγο πρίν  τά  χαράματα  τόνπήρε  γιά  λίγο ο  ύπνος. Καί  τότε  βλέπει  έναν  ηλικιωμένο  μοναχό  νάτόν  ευλογεί  καί  νά  τού  λέει:’’μή  φοβάσαι, Αρσένιε! Νά  πάρεις  ό,τι  χρειάζεται  καί  νά  προσεύχεσαι  στόν  Άγιο  Αλέξιο, τόν  ιεράρχη  τής  Μόσχας. Ο  Κύριος  δέν  θά  σέ  αφήσει’’. Τόν  ευλόγησε  γιά  δεύτερη  φορά  καί  χάθηκε  έτσι  ξαφνικά  όπως  είχε  παρουσιαστεί, γαλήνιος  καί  μεγαλόπρεπος.

Μετά  από  δυό  μέρες  έγινε  μεγάλη  αναμπουμπούλα – έρευνες  στούς  θαλάμους, φωνές, απειλές, κλήσεις  στό  Ειδικό  Τμήμα. Η  ‘’δουλειά’’  είχε  γίνει…

Πέρασαν  άλλες δέκα  μέρες.καί  τότε  μόνο  παρέδωσε  ο  Σαζίκωφ  στόν  π.Αρσένιο  δυό  μικρά  βιβλία: τό  Ευαγγέλιο  καί  τό  Ιερατικό.

Τά πήρε  ο  μπάτουσκα  ευλαβικά  κι  έτρεξε  στό  κρεβάτι  του. Μέ χέρια  τρεμάμενα  καί  μάτια  βουρκωμένα, άνοιξε  τό  Ευαγγέλιο. Στήν  εσωτερική  πλευρά  τού  σκληρού  εξωφύλλου  ήταν  κολλημένο  ένα  τετράγωνο  κομματάκι  μεταξωτού  υφάσματος, πλευράς  τεσσάρων  περίπου  εκατοστών, τριμμένο  καί  κιτρινισμένο  από  τήν  πολυκαιρία. Λίγο  πιό  κάτω  ήταν  γραμμένες  από  άγνωστο  χέρι  κάποιες  λέξεις: ‘’Αντιμήνσιο – Λείψανα  αγίου  Αλεξίου, μητροπολίτου  Μόσχας’’ – 1883’’. Καί  δίπλα  ήταν  σφηνωμένη μιά  οβάλ  ασημένια  εικονίτσα  τού  αγίου, όχι  μεγαλύτερη  από ένα  εικοσάρικο.

Ο  π. Αρσένιος  προσκύνησε  τά άγια  λείψανα.

  • Θεέ  μου! ψιθύρισε. Ζώ  μέτό έλεός  Σου! Θαυμαστά  τά  έργα  Σου, Κύριε!

Καιρός  πνευματικής  ευφροσύνης  είχε  έρθει  γιά  τόν  παππούλη. Τήν  ημέρα  εκτελούσε  τήν  υπηρεσία  του  καί  τή  νύχτα,μέσα στό  μισοσκόταδο, διάβαζε τήν  ακολουθία  του καί μελετούσε  τό  Ευαγγέλιο. Πρίν  πιάσει  δουλειά,έδινε  καί  τά  δυό  βιβλία  στόν  Σαζίκωφ  γιά  νά  τά  φυλάει. Τού τό  είχε  προτείνει, καί  πολύ  συνετά  μάλιστα  ο ίδιος:

  • Μόλις  τελειώνετε, μπάτουσκα, τήν  ακολουθία  σας, νά  δίνετε  τά  βιβλία  είτε  σ’ εμένα  είτε  στόν  Σέριϊ. Σ’ εμάς  δέν  θά  τά  βρούν. Μήν  ανησυχείτε, θά  τά  φυλάμε  μέ  προσοχή, δέν  πρόκειται  νά  καταστραφούν  ή  νά  βεβηλωθούν.

Πέρασαν  δυό  μήνες. Η  διάρρηξη  τής  αποθήκης  ξεχάστηκε  καί  οι  έρευνες  σταμάτησαν. Ο  π. Αρσένιος  ξεθάρρεψε  καί  κρατούσε  τό  Ευαγγέλιο  επάνω  του  όλη  τήν  μέρα. Μόνο  σέ περίπτωση  ανάγκης  τό έκρυβε  κάπου  μέσα  στό  σανίδωμα  τής  παράγκας, σ’ έναν  κρυψώναπού  είχε  φτιάξει  ο  Σαζίκωφ  μέ  πολλή  μαστοριά.

Κάποτε, τήν  ώρα  πού όλοι  ήταν  στή  δουλειά, ο  π. Αρσένιος, αφού  συγύρισετο  θάλαμο, κάθησε  στήν  άκρη  ενός  κρεβατιού, έβγαλε  τόΕυαγγέλιο  καί  άρχισε  νά  διαβάζει. Μάτήν  ίδια  στιγμή  άνοιξε  η  πόρτα  καί  όρμησε  μέσα  τό  απόσπασμα  ερευνών: ο  ανθυπολοχαγός  τού  Ειδικού  Τμήματος, τρείς  στρατιώτες  καί  ο  επόπτης  Σπραβεντλίβιϊ – ο  ‘’δίκαιος’’.

Ο  π. Αρσένιος  τά  έχασε. Μόλις  πού  πρόλαβε  νά  χώσει  τό  Ευαγγέλιο  στήν  εσωτερική  τσέπη  τού  μπουφάν  του. Σηκώθηκε  όρθιος  καί  στάθηκε  προσοχή, όπως  όριζε  ο  κανονισμός.

Οι  στρατιώτες  τ’ αναποδογύρισαν  όλα  μέσα  στό  θάλαμο. Πέταξαν  τά  στρωσίδια  από  τά  κρεβάτια. ξεκάρφωσαν  από  τό  πάτωμα  τίς  σανίδες  πού  κουνιόντουσαν, άδειασαν  τά  τσουβάλια  μέ τά  λιογστά  πράγματα  τών  κρατουμένων.

  • Ψάξε  τόν παπά, σύντροφε! Πρόσταξε τόν  Σπραβεντλίβιϊ  ο  ανθυπολοχαγός, καί  τράβηξε  πρός  τό  μέρος  τών  στρατιωτών.

Ο  επόπτης  άρχισε  νά  ψαχουλεύει  τόν π. Αρσένιο. Σχεδόν  αμέσως  ψηλάφησε τό  Ευαγγέλιο. Κράτησε  γιά  μερικά  δευτερόλεπτα  τό  χέρι  επάνω  του,καί  μετά, μέ μιά γρήγορη  κίνηση, τό  έβγαλε  από  τήν  τσέπη  τού  παππούλη  καί  τό  έβαλε  στή  δική του. Έκανε  πώς  ψάχνει  γιά  λίγο  ακόμα, κι  έπειτα  πλησίασε  τόν  ανθυπολοχαγό  γιά  ν’ αναφέρει:

  • Σύντροφε  ανθυπολοχαγέ, δέν  βρήκα  τίποτα.
  • Πολύ  γρήγορα  τέλειωσες… γδύσου, παπά! Θά  σέ  ψάξουμε  εμείς μέ  τόν  δικό  μας  τρόπο.

Ο  π. Αρσένιος  έβγαλε  όλα  του  τά  ρούχα. Οι  στρατιώτες  τά  πασπάτεψαν  μέ  τά  δάχτυλά  τους, τά  γύρισαν  μέσα-έξω, άδειασαν  τίς  τσέπες, ξήλωσαν  πολλές  ραφές – φυσικά  χωρίς  αποτέλεσμα. Ο  ανθυπολοχαγός  θύμωσε,έβρισε  τόν  π. Αρσένιο  καί  βγήκε. Οι  υπόλοιποι  τόν ακολούθησαν.

Ο  παππούλης  ντύθηκε, έρραψε όπως-όπως  τίς  ξηλωμένες  ραφές τών  ρούχων  του  καί  ανασκουμπώθηκε  γιά  νά  συμμαζέψει  τό  θάλαμο, πού  τόν  είχαν  κάνει  άνω-κάτω.

Μιάμιση  ώρα  αργότερα  παρουσιάστηκε  πάλι  ο  Σπραβεντλίβιϊ. Αυτή τή  φορά  ήταν  μόνος.

  • Είναι  κανένας  άλλος  εδώ? Φώναξε  από  τήν  πόρτα.
  • Όχι. Λείπουν  όλοι  στίς  δουλειές.

Ο επόπτης  μπήκε  μέσα, γυρόφερε  σ’ όλο  τό  θάλαμο, έσκυψε  κάτω  από  μερικά  κρεβάτια, καί  ξάφνου  ρώτησε:

  • Εκείνο  τό  Ευαγγέλιο  είναι  από  τήν  αποθήκη?

Ο  π. Αρσένιος  σώπαινε.

  • Πέστε  μου! Πέστε  μου, από  εκεί  είναι?
  • Ναί, από  τήν  αποθήκη, αποκρίθηκε  ο  παππούλης.
  • Μά καλά, δέν  έχετε μυαλό? Πήρατε  τό  Ευαγγέλιο. Δέν  έπρεπε  νά τό κρύψετε? Άν  τό έβρισκε  ο  ανθυπολοχαγός, ξέρετε  τί  θά παθαίνατε? Θά  σάς  κτυπούσαν  μέχρι  θανάτου!

Πλησίασε  πιό κοντά  καί  ψιθύρισε  ήρεμα:

  • Συγχωρέστε  με, μπάτουσκα! Ξέρω  τί  τραβάτε  εδώ  μέσα. Αλλά  τούτο  τό  στρατόπεδο  είναι  μιά  κόλαση  καί  γιά  μάς, όχι  μόνον  γιά  σάς. Θά  σάς  βοηθήσω… θά  σάς  βοηθήσω, αλλά  πρέπει  νά  κινηθώ  μέ  πολλή  προσοχή. Καταλαβαίνετε… μπροστά  στούς  άλλους  πρέπει  νά  δείχνω  σκληρότητα  καί  αγριάδα, κρυφά  όμως  θά  κάνω  ό,τι  μπορώ  για  σάς. Καί  πάλι  συγχωρέστε  με…

Χωρίς  νά  περιμένει  απάντηση, έκανε  στροφή  καί  βγήκε  από τό  θάλαμο. Ο π. Αρσένιος  στάθηκε  στήν  πόρτα  καί  τόν  ακολούθησε μέ  τό  βλέμμα, ώσπου  τόν  έχασε  από  τά  μάτια  του.

Γι’ άλλη  μιά  φορά  διαπίστωνε  πόσο  πολύπλευρη, πόσο  πλούσια  είναι  η  ανθρώπινη  ψυχή, η  κάθε  ψυχή, πού  κρύβει  πάντα  μέσα  της  τή  σπίθα  τής  αγάπης, τήν  πνοή  τού  Θεού.

Θυμήθηκε  τό  όνομα  τού  ‘’δίκαιου’’ – Ανδρέας –  καί  άρχισε  νά  προσεύχεται  γι’αυτόν  από  τά  βάθη  τής  καρδιάς  του.

Τό  διορατικό  χάρισμα  τού  π. Αρσενίου  γεννούσε  τήν  έκπληξη, τό  θαυμασμό  αλλάκαί  τό  φόβο  σ’ εκείνουςπού  τό  διαπίστωναν. Ο  ίδιος  όμως  δέν  θεωρούσε τόν  εαυτό  του  χαρισματούχο, γιατί, μέ  μιάν  απέραντη  απλότητα, πίστευε  πώς  η  γνώση  τού  περιεχομένου  τής  ανθρώπινης  ψυχής  είναι  κάτι  τό  εντελώς  φυσικό  γιά έναν  ιερέα.

Καταπληκτική  ήταν  επίσης  η  χαρισματική  δύναμη  τής  επιβολής  του  στούς  ανθρώπους. Όπως  διηγόταν  αργότεραο  Αφσένκωφ, καθοριστικό  ρόλο  στή  μεταστροφή του  καί  τήν  πορεία  του  πρός  τό  Θεό  έπαιξαν  δύο  περιστατικά  πούτάραξαν  τά  τελματωμένα  νερά  τής  καρδιάς  του.

Κάποιο  βράδυ, λίγο  πρίν  κλειδωθούν  οι  παράγκες, έφτασαν  στό  στρατόπεδο  μερικά  καμιόνια. Έφεραν  μιά  μεγάλη  ‘’παρτίδα’’  νέων  κρατουμένων  από  κάποιον  Σταθμό  Προσωρινής  Κρατήσεως. Οι επόπτες  τούς  χώρισαν  σέ  ομάδες  καί  τούς  μοίρασαν  στούς  θαλάμους.

Στήν  παράγκα  τού  π. Αρσενίου  πήγαν  γύρω  στά  εικοσιπέντε  άτομα. Δέν  ήταν  άνθρωποι, αλλά  σκιές. Δέν  μπορούσαν  νά  σταθούν  στά  πόδια  τους. Η  ζωή  τών  περισσοτέρων  κρατιόταν  από  μιά  τρίχα. Τρείς  μέρες  είχαν   νά  κοιμηθούν. Καί  δυό  μέρες, όσο  κράτησε  τό  ταξίδι  τουςμέχρι τό  στρατόπεδο,είχαν  μείνει  πάνω  στά  καμιόνια,μέσα  στή  φονική  παγωνιά, χωρίς  τροφή  καί  νερό. Ήταν  θαύμα  τό  ότι  επέζησαν. Πολύ  λίγοι  εγκληματίες  υπήρχαν  ανάμεσά  τους. Οι  περισσότεροι  ήταν  πολιτικοί  κρατούμενοι, καί  μάλιστα  μορφωμένοι – γιατροί, μηχανικοί, αγρονόμοι, συγγραφείς – όλοι  ‘’εχθροί  τού  λαού’’!

Όταν  ήρθαν, είχε  ήδη  βραδυάσει. Οι  κρατούμενοι  είχαν  πάει  στούς  θαλάμους  καί  τό  προσωπικό  ετοιμαζόταν  ν’ αποσυρθεί. Μολαταύτα, ήταν  αναγκαίο  νά  δώσουν  φαγητό  καί  στούς  νεοφερμένους. Πώς  θά  γινόταν  αυτό  τέτοια  ώρα? Έπρεπε  ν’ ανοίξουν  τίς  αποθήκες, ν’ ανάψουν  πάλι  τά  καζάνια, νά  κόψουν  ψωμί, νά…, νά…, καί  επιπλέον  νά  συντάξουν  σχετική  αναφορά  γιά  τό  Τμήμα   Τροφοδοσίας. Φασαρία. Μεγάλη  φασαρία. Αποφάσισαν, λοιπόν, νά  τούς  αφήσουν  νηστικούς  ως  τήν  άλλη  μέρα.

Μόλις  μπήκαν  στό  θάλαμο  οι  νεοφερμένοι, όλων  οι  ματιές  έπεσαν  ερευνητικές  επάνω  τους. Ένας  από  τούς  ‘’παλιούς’’  φώναξε:

Τά  άδεια  κρεβάτια  όμως  ήταν  μακριά  από  τίς  σόμπες. Καί  τό  κρύο  φοβερό.

Οι  εγκληματίες  περιεργάζονταν  επίμονα  τούς  ‘’νέους’’, καθώς  έσερναν  μέ  δυσκολία  τά  πόδια  τους – άλλοι  στηρίζονταν  στούς  τοίχους, άλλοι  κρατιόντουσαν  από  τά  κρεβάτια  γιά  νά  προχωρήσουν –, μά  είδαν  ότι  δέν  είχαν  τίποτε  αξιόλογο  γιά  νά τούς  τό  αρπάξουν, έτσι, συνέχισαν  τά  χαρτιά, τό ντόμινο  ή  τόν ύπνο.

Ο  π. Αρσένιος, όταν  μπήκαν  οι  νεοφερμένοι, ήταν  ξαπλωμένος  καί  προσευχόταν. Αμέσως  σηκώθηκε, τούς  κοίταξε  μέ  συμπάθεια  καί  πήγε  στόν  υπεύθυνο  τού  θαλάμου, έναν  γέρο  εγκληματία  μέ  μεγάλη  επιρροή.

Ο  υπέυθυνος  σεβόταν  τόν  π.Αρσένιο. Είχε  ζήσει  πολλά  χρόνια  μαζί  του, ήξερε  τί  άνθρωπος  είναι  καί  τόν  αγαπούσε μέ  τόν  δικό  του  τρόπο. Μά  κάποιος  από  τήν  παρέα  του  πετάχτηκε καί, φτύνοντας  στό  πάτωμα, είπε  βραχνά:

Άλλος  δέν  μίλησε. Όλοι  όμως  επιδοκίμαζαν  σιωπηλά  εκείνα  τά  σκληρά  λόγια.

Επικράτησε  γιά  λίγο  νεκρική  σιγή. Τά  βλέμματα  τόσο  τών  ‘’παλιών’’  όσο  καί  τών  ‘’νέων’’  ήταν  καρφωμένα  στόν  π. Αρσένιο  καί  τόν  υπεύθυνο  τού  θαλάμου.

Ο  παππούλης  έκανε  τό  σταυρό  του  καί  είπε  μέ  φωνή  δυνατή  αλλά  ήρεμη:

Οι  εγκληματίες  σηκώθηκαν  σιωπηλά, σάν  ντροπαλά καί  υπάκουα  παιδιά, σκορπίστηκαν  στό  θάλαμο  καί  τακτοποίησαν  τούς  νεοφερμένους  στά  κρεβάτια  τους. Ό,τι  φαγώσιμο  είχαν  κρυμμένο, τό  έβγαλαν  πρώτοι. Τούς  μιμήθηκαν, βέβαια, καί  οι  άλλοι  καρτούμενοι. Σέ  λίγα  λεπτά  είχαν  συγκεντρωθεί  τρόφιμα  αρκετά γιά  εικοσιπέντε  άτομα. Ο  π. Αρσένιος  τά  μοίρασε  στούς  εξαντλημένους  ανθρώπους. Τούς  έφερε  καί  νερό  ζεσταμένο  στίς  σόμπες.

Έφαγαν, ήπιαν, κοιμήθηκαν. Επέζησαν  όλοι, ενώ  στούς  άλλους  θαλάμους  πέθαναν  αρκετοί.

Τήν  Τρίτη  μέρα  είχαν  συνέλθει. Καί  τήν  τέταρτη  τούς  έστειλαν  στή  δουλειά.

  1. «Αρκετά!»

Ένα  δεύτερο  περιστατικό, όμως, συγκλόνισε  ακόμα  περισσότερο  τόν  Αφσένκωφ. Νά  τί  έγινε:

Κάθε  βράδυ, πρίν  κλειδωθεί  η  παράγκα, γινόταν  έλεγχος. Οι  κρατούμενοι, μόλις  άκουγαν  τό  σχετικό  σύνθημα, έπρεπε  νά  πεταχτούν  έξω  καί  νά  μπούν  στή  γραμμή. Εκεί  τούς  μετρούσαν  καί, άν χρειαζόταν, έκαναν  ονομαστικό  προσκλητήριο. Ο  έλεγχος  αυτός γινόταν  πάντα, ανεξάρτητα  από  τίς  καιρικές  συνθήκες. Μόνο  οι  βαρειά  άρρωστοι  έμεναν  μέσα, εφόσον, εννοείται, είχαν  σχετικό  δικαιολογητικό  από  τό  νοσοκομείο.

Μιά  φορά  λοιπόν  οι  κρατούμενοι, μόλις  τούς  φώναξαν, έτρεξαν  καί  μπήκαν, όπως  πάντα  στή  σειρά. Τό  κρύο  ήταν  ανυπόφορο, τουρτούριζαν  τόσο  εκείνοι  όσο  καί  οι  επόπτες.

Τούς  μέτρησαν. Έλειπε  ένας.

Τούς  ξαναμέτρησαν. Τό  ίδιο  αποτέλεσμα.

Οι  επόπτες  οργίστηκαν.άρχισαν  νά  βρίζουν  καί  νά  βλαστημάνε, καθώς  τούς  μετρούσαν  γιά  τρίτη  φορά.

Ξάφνου  πετάχτηκε  από  τήν  παράγκα  ένας  νεαρός, εικοσιπέντε  χρονών  πάνω-κάτω, κι  έτρεξε  στή  σειρά. Μά  δέν  πρόλαβε  νά  σταθεί. Οι επόπτες  έπεσαν  πάνω  του  σάν  τά  τσακάλια. Άρχισαν  νά  τόν  χτυπάνε  άγρια, αλύπητα, μανιασμένα. Νά  τόν  χτυπάνε  μέ  χέρια  καί  μέ  πόδια. Νά  τόν  χτυπάνε  στό  κεφάλι, στό  στήθος, στήν  κοιλιά.

Τό  παλληκάρι  προσπαθούσε  νά  φυλαχτεί, αλλά μάταια. Κάτι  πήγε  νά  πεί,νά  εξηγήσει, ν’ απολογηθεί  ίσως  γιά  τήν  καθυστέρησή  του, αλλά δέν  τόν άκουγαν. Είχαν  λυσσάξει.

Οι  κρατούμενοι  στέκονταν  ακίνητοι, σιωπηλοί, σκυνθρωποί, ταραγμένοι. Τί  μπορούσαν  νά πούν? Καί  τί  μπορούσαν  νά  κάνουν?

Ο  Αφσένκωφ  ήταν  δίπλα  στόν  π. Αρσένιο. Τόν  βλέπει, λοιπόν, κατάπληκτος  νά  κάνει  τόν  σταυρό  του  καί  νά  βγαίνει  από  τή  γραμμή. Πλησίασε  καί  σταύρωσε  μέ  τό  χέρι  του  τούς  επόπτες  πού  χτυπούσαν  τόν  νεαρό.

  • Στό  όνομα  τού Κυρίου, σταματείστε! Αρκετά!

Αυτόμόνο  είπε. Σχημάτισε  γιά  τρίτη  φορά  τό  σημείο  τού  σταυρού, τώρα  πάνω  απ’ όλους  τούς  συγκεντρωμένους, καί  γύρισε  στή  θέση  του.

Οι  επόπτες  ηρέμησαν. Σάν  νάμήν  είχε  συμβεί  τίποτα, σταμάτησαν  νά  χτυπάνε  τόννέο, πού  σηκώθηκε  τρεκλίζοντας, καί  καταπιάστηκαν  πάλι  μέ  τό  μέτρημα.

Ο  Αφσένκωφ  ρώτησε  τόν  διπλανό  του:

  • Είδες  τί  έκανε  ο  Πέτρος  Αντρέγιεβιτς?
  • Τί  έκανε? Ρώτησε  ο  άλλος  απορημένος.

Δέν  είχε  δεί  στ’ αλήθεια? Τόν  είχε  τυφλώσει  μήπως  ο  Θεός, όπως  καί  τούς  άλλους, γιατί  δέν  έπρεπε  νά  δούν  ή  δέν  μπορούσαν  νά  δεχτούν  ένα  τέτοιο  θαύμα  λόγω  ‘’τής  απιστίας  αυτών  καί  σκληροκαρδίας’’? (πρβλ. Μάρκ. 16:14). Άγνωστο.

Γιά  τόν  Αφσένκωφ, πάντως, πού  τόσο  τόν ελέησε  ο  Κύριος, όσα  θαυμαστά  επιτελούσεοπ. Αρσένιος  ήταν  κατορθώματα  φοβερά, πρωτοφανή, σχεδόν  απίστευτα. Απεναντίας, γιά  τόν  ίδιο  τόν  παππούλη, πού  ζούσε  τόσο  φυσικά  μέσα  στό  χώρο  τής  παντοδύναμης  θείας  χάριτος, ήταν  γεγονότα  απλά, συνηθισμένα, χωρίς  διαίτερη  σημασία.

Είχε  μπεί  τό  1952. Μιά  μέρα  κάλεσαν  τόν π. Αρσένιο  στό  Ειδικό  Τμήμα. Από  τόν  ανθυπολοχαγό  πέρασε  αμέσως  στόν  ταγματάρχη. Ο  Αμπρόσιμωφ  τόν  υποδέχθηκε  χαρούμενα.

Ο  παππούλης  τόν  κοίταξε  μέ  απορία καί  έκπληξη. Ήταν  δυνατόν? Ήξερε  ότι, από  τίς  χιλιάδες  τών  κρατουμένων, τά  τελευταία  τρίαχρόνια  είχαν  αφεθεί ελεύθεροι  μόνο  δέκα, από  τούς  οποίους  μάλιστα  ο  ένας  πέθανε  μόλις  τό  έμαθε.

Ο  ταγματάρχης, βλέποντας  τό  ύφος  του, χαμογέλασε.

Ο  Αμπρόσιμωφ  σταμάτησε  απότομα. Τό  χαμόγελο  χάθηκε  από  τά  χείλη  του. Τό  πρόσωπό  του  σκοτείνιασε.

Η  όψη  τού  ταγματάρχη  φωτίστηκε  πάλι. Αναστέναξε  βαθιάκαί  συνέχισε:

Ο  π. Αρσένιος  κοίταξε  τόν  Αμπρόσιμωφ  σκεφτικά.

(γιά  τόν Σέριϊ – παράξενο – δέν  ζήτησε  τίποτα)

Ο  Αμπρόσιμωφ  άκουγε  σιωπηλός. Στό  νού  του  ήρθαν  πάλι  οι  παιδικές  του  αναμνήσεις. Διαισθανόταν  ότι  ο  γέροντας  πού  είχε  απέναντί  του – ένας  αληθινός  χριστιανός, σάν  τούς  ήρωες  τών  βιβλίων  πού  διάβαζε  κάποτε – γνώριζε  πολλά  γιά  τό παρελθόν  του. Μά… μήπως  καί  γιά  τό  μέλλον  του? Ανατρίχιασε. Διώχνοντας  μακριά  αυτή  τή  σκέψη, σηκώθηκε  όρθιος  καί  πλησίασε  τόν π. Αρσένιο.

Ο  π. Αρσένιος  τόν  αγκάλαισε  από  τούς  ώμους.

Έκανε  βαθιά  υπόκλιση  καί  βγήκε.

Μετά  από  χρόνια  ο  Αμπρόσιμωφ  θυμόταν:

Στό  μεταξύ  απολύθηκε  καί  ο  π. Αρσένιος. Δέν  αποφάσιζα, όμως, νά  τόν  συναντήσω. Μέσα  μου  υπήρχε  διστακτικότητα, υπήρχε  σύγχυση, μά  προπαντός  υπήρχε  απελπισία, μιά  θανάσιμη  απελπισία. Αναλογιζόμουν  πόσα  φοβερά  είχα  διαπράξει, καί  μέ  τρόμο  σκεφτόμουν  ότι  δέν  θά  μέ  συγχωρούσε  ποτέ  ο  Θεός. Δέν  είχα  μιλήσει  σέ  κανέναν  γιά  τό  ψυχικό  μου  δράμα. Ώσπου  μιά  μέρα  ο  Αλέξανδρος  Παύλοβιτς  μού έφερε  ένα  σημείωμα  από  τόν  π. Αρσένιο: ‘’νά  θυμάστε  ότι  ο  Κύριος, πού  μάς  τιμωρεί  γιά  τίς  αμαρτίες  μας, είν’ Εκείνος, πού  μέ  τήν  άπειρη  ευσπλαχνία  Του, καί  τίς  συγχωρεί. Δέν  υπάρχει  αμαρτία  τόσο  βαρειά, πού  νά  μή  σβήνεται  μέ  τή  μετάνοια  καί  τήν  προσευχή’’. Αποσβολώθηκα! Ο  π. Αρσένιος  γνώριζε  τήν  κατάστασή  μου!

Έτρεξα  αμέσως  κοντά  του. Από  τότε  μέ στήριξε  καί  μέ  ενίσχυσε  πολύ. Χάρη  σ’ αυτόνβρήκα  τήν  πίστη. Είχα, βέβαια,πολλές  μεταπτώσεις. Συχνά  μέ  ταλαιπωρούσεη  ολιγοπιστία. Συχνά  μ’έπνιγαν  οι  αμφιβολίες. Συχνά  μέ  πολεμούσαν  ο  εγωϊσμός  καί  ο  ορθολογισμός  μου. Ο  π. Αρσένιος  μού  έλεγε: ‘’στό  δρόμο  τής  ζωής  σας – μέ  τήν  έλλειψη  πνευματικών  αξιών, μέ  τό  ιδεολογικό  αφιόνισμα, μέ  τήν  ψυχική  αλλοτρίωση – οι  αμφιβολίεςκαί  οι  μεταπτώσεις  είναι  φυσικές  καί  αναπόφευκτες. Εσείς  όμως  πιά  ψηλαφήσατε  τό  Θεό. Καί  γνωρίζετε  τό  δρόμο  πούοδηγεί  σ’ Αυτόν. Είναι  ο  βιωματικός  δρόμος  τής  εμπειρίας. Ακολουθήστε  τον, καί  τά  βάρη  τού  παρελθόντος  σας  δέν  θ’ αργήσουν  ν’ αντικατασταθούν  από  τό  ελαφρύ  φορτίο τής  πίστεως  καί  τής  αγάπης  τού  Χριστού’’.

Υπέροχος  άνθρωπος  ο  π. Αρσένιος, γνήσιος  ακόλουθος  καί  μιμητής  τού  Κυρίου.

Ο  π. Αρσένιος  γύρισε  στό  θάλαμο  μέ  ανάμικτα  αισθήματα. Κάποιοι  φίλοι  θά  έφευγαν  από  τό  Ειδικό, κι  αυτό  τόν  γέμιζε  χαρά. Μά  η  σκέψη  τού αποχωρισμού  τού γεννούσε  κάποια  θλίψη.

Τό  βράδυ  πληροφόρησε  τόν  Αφσένκωφ  γιά  τήν  απελευθέρωσή  του. Πέρασαν  όλη  τή  νύχτα  μέ  συζήτηση  καί  προσευχή. Η  ατμόσφαιρα  ήταν  φορτισμένη  από  τή  συγκίνηση. Τά  δάκρυα  τού  Αφσένκωφ  αστείρευτα. Τά  βιώματα  συνταρακτικά. Οι  σκέψεις  χείμαρρος…

Είχε  έρθει  στό  στρατόπεδο  μέ τά  ιδανικά  του  γκρεμισμένα, μέ  τά  όνειρά  του  θαμμένα, μέτήν  ψυχή  του  γεμάτη  πίκρα  καί  απογοήτευση. Καί  όσα  έζησε  εδώ, τόν  οδήγησαν  στήν  έσχατη  απόγνωση, στό  μίσος  γιά  τούς  ανθρώπους, στήν  αποζήτηση  τού  θανάτου. Είχε  αποφασίσει  ν’ αυτοκτονήσει, όταν  στή  ζωή  του  μπήκε  ο π. Αρσένιος. Αυτός  ο  επίγειος  άγγελος, μέ  τήν  απέραντη  αγάπη  καί  τήν  πνευματική  χάρη, τού  έδωσε  κουράγιο  καί  ελπίδα, τόν  γέμισε μέ  πίστη  καί  υπομονή, τού  έδειξε  τό  δρόμο  πρός  τό  θεό, τήν  Αλήθεια  καί  τή  Ζωή.

Αγκαλιάστηκαν  κλαίγοντας.

Πρωί-πρωί, πρίν  από  τήν  επιθεώρηση, αποχαιρέτησε  τόν  Σαζίκωφ  καί  τόν  Αλέξιο. Ήξερε  ότι  δέν  θά  τόν  άφηναν  νά  ξανάρθει στό  θάλαμο  μετά  τήν  ανακοίνωση  τής  απολύσεώς  του.

Τέσσερις  εβδομάδες  αργότερα, εντελώς  ξαφνικά, κάλεσαν  στό  Ειδικό  Τμήμα  τέσσερις  κρατούμενους, τούς  Σαζίκωφ, Νίκωνωνφ, Ντενίσωφ  καί  Τρύφωνωφ. Στήν  παράγκα  δέν  ξαναφάνηκαν. Ο  Σέργιος  Πετρόβιτς – ο  στρατηγός  πιά  Αμπρόσιμωφ – είχε  κρατήσει  τήν  υπόσχεσή  του.

  • Ο  Σέριι

Ο  Σέριϊ  αρρώστησε  βαρειά. Είχε  φρικτούς  πόνους  στήν  κοιλιακή  χώρα. Μετά  τίς  καθιερωμένες  ασπιρίνες, που  δέν  έφεραν  αποτέλεσμα, οι  γιατροί  τού  έδωσαν  ρεβέντι (ρίζα  τού  φυτού  ρήου). Καί  αυτό  αποδείχθηκε  ανώφελο. Τόν  εξέτασαν  καλύτερα.Μά  τά  μέσα πού  διέθεταν  ήταν  ανεπαρκή.Πώς  νά  κάνουν  ορθή  διάγνωση? Τελικά  είπαν  ότι  είχε  καρκίνο  στό  συκώτι  σέπροχωρημένο  στάδιο. Παρουσίαζε  ήδη  μεταστάσεις.

Στό  νοσοκομείο  δέν  τόν  πήραν. Φάρμακα  δέν  τού  ξανάδωσαν.Μήτε  ασχολήθηκαν  πιά  μαζί  του. Τόν  είχαν  ξεγραμμένο.

Ο  Σέριϊ  πέθαινε  βασανιστικά. Ενώ  βογγούσε  από  τούς  πόνους, ήταν  αναγκασμένος  νά  μετακινείται, νά  πηγαίνει  στό  αποχωρητήριο,νά  βγαίνει  έξω  γιά  επιθεώρηση.

Ο  π. Αρσένιος  τόν  περιποιόταν  υπομονετικά. Προσπαθούσε  νά  τόν  παρηγορήσει  καί  νά  τόν  ανακουφίσει  μέ  κάθε  δυνατό  τρόπο. Πώς όμως  νά  μαλακώσει  τούς  αβάσταχτους  πόνους  του? Πήγαινε  στούς  γιατρούς  καί  παρακαλούσε νά  τού  δώσουν  αναλγητικά  φάρμακα, αλλά  τόν  έδιωχναν  μέ  σκαιότητα.

Ο  Σέριϊ  ήταν  κακιωμένος  μέ  όλους, δέν  ήθελε  επαφές  καί  κουβέντες  ούτε  μέ  τούς  παλιούς  του  φίλους. Μόνο  τόν π. Αρσένιο  δεχόταν  κοντά  του. Περίμενε  μέ  λαχτάρα  τήν  ώρα  πού  θά  ερχόταν, θά  καθόταν  στήν  άκρη  τού  κρεβατιού  του  καί  θά  τόν  άκουγε  νά  μιλάει  γιά  τήν  ζωή  του. Τότε  ξεχνούσε  λίγο  τούς  πόνους  του.

Δυό  μέρες  πρίν  από  τό  θάνατό  του  άνοιξε  στόν  παππούλη  τήν  καρδιά  του.

  • Πεθαίνω  τόσο  σκληρά, γιατί  έκανα  πολλά  κακουργήματα, είπε  βαριαναστενάζοντας. πολλούς  ανθρώπους  έφαγα, μεγάλες  συμφορές  προκάλεσα. Πήρα  στραβά  τή  ζωή  απ’ τήν  αρχή… δέν  έχω  τήν  διάθεση  μήτε  καί  τή  δυνατότητα  νά  μετανοήσω. Είναι  τόσα  πολλά, άλλωστε, τ’ ανομήματά  μου… μά  καί  ποιός  νά  μέ  συγχωρέσει? Οι  άνθρωποι  πού  έβλαψα, όσοι  ζούν? Γιά  ποιό  λόγο? Ή  μήπως  ο  Θεός, στόν  οποίο  δέν  πολυπιστεύω?

Από  παπαδοσόϊ  είμαι. Ο  πατέρας  μου  ήταν  διάκος. Μά  δέν  πίστευε  στόν  Θεό! Διακονούσε  στήν  εκκλησία  γιά  τά  λεφτά, σάν  επαγγελματίας. Ερχόταν  στό  σπίτι  μετά τά  μυστήρια  καί  μετρούσε  τά  κέρδη. Μ’ έστελνε  νά  τού  αγοράζω  βότκα. Μεθούσε. Γελούσε  μέ  τά  ‘’κορόϊδα’’, τούς  πιστούς, πού  τού  γέμιζαντίς  στέπες. Έβριζε   καί  χλεύαζε  τά  θεία. Μάς  διηγόταν  χωρίς  ντροπή, πώς  εξαφάνιζε  τά  χρήματα  τού  δίσκου  ή  πώς  χαριεντιζόταν  μέ  μιάν αδιάντροπη  γυναίκα.

Μεγάλωσα  μέσα  στήν  απιστία, τήν  ανηθικότητα, τήν  υποκρισία. Δέν  πίστεψα  ποτέ  στό  Θεό. Κι  εκείνους  πού  πίστευαν, τούς  θεωρούσα  ανόητους, αφελείς – μιά  πεποίθηση  πού  κλονίστηκε  μέσα  μου  μονάχα  όταν  γνώρισα  εσάς, όταν  είδα  τί  σημαίνει  αληθινός  χριστιανός.

Τέλειωσα  κι  εγώ  μιά  ιερατική  σχολή. Χά!… γιά νά  γίνω  σάν  τόν  πατέρα  μου! Τελικά  όμως  ακολούθησα  άλλη ‘’καριέρα’’. Από  τά  χρόνια  τών  σπουδών  μου  άρχισα  νά  κλέβω. Όσα  άρπαζα, τά  ξόδευα  στό  πιοτό  καί  στίς  γυναίκες  τού  δρόμου. Βρέθηκα  καναδυό  φορές  στή  φυλακή, μά κατόρθωσα  νά  τό  σκάσω.

Μετά  ήρθε  η  επανάσταση – αναρχία, ληστείες, όργια… ‘δέν  υπάρχει  Θεός!’ – σφάζε, καίγε,κατάστρεφε…

Έγινα  αρχηγός  μιάς  μικρής  συμμορίας. Η  αλήθεια  είναι  ότι  στήν  αρχή  δέν  σκοτώναμε, μόνο  ληστεύαμε. Κάποτε  όμως  βρεθήκαμε  σέ  κίνδυνο. Αναγκαστήκαμε  νά  χύσουμε ανθρώπινο  αίμα. Από  κεί  καί  πέρα  δέν  υπήρχε  φραγμός. Είναι  νά  μή  κάνεις  τό  πρώτο  φονικό. Μετά… μετά  πιά  πού  νά  σταματήσεις?

Μέσα  σ’ όλα  αυτά, πώς  νά  συλλογιστώ  τό  Θεό? Γιά  νά  πώ  τήν  αλήθεια, δέν  ήθελα  νά  Τόν  συλλογιστώ. Αυτό  τό έκανα  μόνο  όταν  σάς  συνάντησα  στό  στρατόπεδο. Αναρωτήθηκα  μήπως  είχατε  χάσει  τά  λογικά  σας  –  πώς  νά  καταλάβω  καί  πώς  νά  εξηγήσω  τόση  αυτοθυσία, τόση  αγάπη  γιά  τούς  ανθρώπους? – ή  μήπως  αποβλέπατε  σέ  κάποιο  κέρδος. Όσο  όμως  περνούσε  ο  καιρός, δέν  μπορούσα  παρά  νά  παραδεχθώ  τήν  ειλικρίνεια  τής  πίστεώς  σας  στό  Θεό  καί  τής  αγάπης  σας  στό  συνάνθρωπο. Από  τήν  άλλη  μεριά, είδα  πώς  αλλοιώσατε  τίς  ψυχές  ενός  εγκληματία, σάν  τό  φίλο μου  τόν  Σαζίκωφ, καί  ενός  άθεου  μαρξιστή, σάν  τόν  Αφσένκωφ.

Ναί, έχετε  κάποια  δύναμη  ανώτερη, υπερφυσική, κάποια  δύναμη  πού  παίρνετε  από  τό  Θεό  γιά  τήν  καλοσύνη  σας, ναί,πρέπει  νά  υπάρχει ο  Θεός… όταν  ήμουνα  μικρό  παιδί  καί  βοηθούσα  τούς  ιερείς  στήν  εκκλησία, έβλεπα  τόσο  κόσμο  εκεί. Δέν  μπορεί  νά  πήγαιναν  χωρίς  λόγο, ούτε, βέβαια, ήταν  όλοι  τους  κουτοί  ή  αγράμματοι.

Γιά  μένα  πάντως, π. Αρσένιε, κάθε  δρόμος  πρός  τό  Θεό  έχει  πιά  κλείσει. Πεθαίνω… ποτέ  δέν  φοβήθηκα  τό  θάνατο. Ωστόσο, τώρα  νιώθω  πώς  είναι  κάτι  φοβερό!

Πρίν  φύγω  απ’ τή  ζωή, θέλω  νάς  σάς  μιλήσω  γιά  δυό  περιστατικά,γιά  δυό  φόνους  πού έκανα… κάποτε  ήθελα  νά  εξομολογηθώ, νά  σάς  αποκαλύψω  όλα  μου  τά  εγκλήματα. Όταν  όμως  τ’ αναλογίστηκα, όταν  λίγο  μόνο  συναισθάνθηκα  τό  πλήθος  καί  τή  βαρύτητά  τους, θεώρησα  πώς  θά’ ταν  άσκοπο. Ο  χρόνος  δέν  γυρίζει  πίσω. Νά  επανορθώσω  δέν  μπορώ. Καί  η  πέτρινη  καρδιά  μου  δέν  λυπάται. Τί  νόημα  θά  είχε  λοιπόν  η  εξομολόγηση?… μόνο  δυό  γεγονότα, όπως  είπα, θά  σάς  αναφέρω, γιατί  χρόνια  τώρα  έρχονται  καί  ξανάρχονταιμπροστά  στά  μάτια  μου. Τά  βλέπω  ακόμα  καί  στά  όνειρά  μου. Δέν  μπορώ  νά  τά  ξεχάσω, δέν  μπορώ  νά  ησυχάσω…

Τό  1930… ένα  παλληκαράκι  δεκαεφτά  μόλις  χρονών… τό  κάρφωσα  χωρίς  λόγο. Έτσι, γιά  γούστο! Κυλιόταν  στά  πόδια  μου. Ικέτευε.Έκλαιγε. Μά  εγώ  ήθελα  νά  κάνω  τόν  καμπόσο  στή  συμμορία  μου, νά  τούς  δείξω  πώς  δέν  υπολογίζω  τήν  ανθρώπινη  ζωή. Τό’ φαγα  τό  παιδί. Καί  από  τότε, μόλις  κλείσω  τά  μάτια, παρουσιάζεται  μπροστά  μου  κλαμένος  καί  ματωμένος…

Μιά  γυναίκα  πάλι… χρόνια  μέ  ταλαιπωρεί  κι  αυτή. Πρώτα  τήν  έβλεπα  δυό-τρείς  φορές  τήν  εβδομάδα, τώρα  τή  βλέπω  κάθε  μέρα… τό  1920  μπήκαμε  σ’ ένα  διαμέρισμα, στήν  Μόσχα, γιά  νά  τό  ληστέψουμε. Οι  νοικοκυραίοι  έλειπαν  στή  δουλειά, τό  ξέραμε. Μά  βρέθηκε  αναπάντεχα  εκεί  η  αδελφή  τής  οικοδέσποινας. Μάς  είδε, κατάλαβε, έτρεξε  πανικόβλητη  μέσα  σ’ ένα  δωμάτιο. Τήν  κλειδώσαμε  καί  αρχίσαμε  νά  γδύνουμε  τό  διαμέρισμα. Υπήρχαν  πολλά  πολύτιμα  πράγματα. Πολλά  χρυσαφικά. Μαζέψαμε  όσα  μπορούσαμε  νά  σηκώσουμε  καί  ετοιμαστήκαμε  νά  φύγουμε. Μά  έπρεπε  πρώτα  νά  βγάλουμε  απ’ τή  μέση  τή  γυναίκα. Μάς  είχε  δεί, ίσως  αργότερα  θά  μάς  αναγνώριζε, δέν  υπήρχε  άλλη  λύση. Τά  παιδιά  ήταν  δισταχτικά, μουδιασμένα… αποφάσισα  νά  καθαρίσω  ο  ίδιος. Άνοιξα  τήν  πόρτα. Μέ  κοίταξε – μάτια  μεγάλα, τρομαγμένα… κατάλαβε  τί  τήν  περίμενε. Τήν  πλησίασα. Μέ  χτύπησε  στό  πρόσωπο  καί  τσίριξε: ‘Είσαι  θηρίο, όχι  άνθρωπος! Θηρίο! Τέλειωνε  γρήγορα!’ έβγαλα  τό  μαχαίρι. Στάθηκε  ακίνητη, κολλημένη  στόν  τοίχο. Περίμενε  τό  χτύπημα. Γιά  μερικά  δευτερόλεπτα  δίστασα, τή  λυπήθηκα. Γύρισε  τό  κεφάλι  της  καί  κοίταξε  τίς  εικόνες, πού  ήταν  σέ  μιά  γωνιά. Σταυροκοπήθηκε  κάμποσες  φορές  καί  ψέλλισε: ‘τέλειωνε… μαζί  μου  είναι  ο  Θεός. Παναγιά  μου, μή  μ’ αφήσεις!’ κάρφωσα  τό  μαχαίρι  δυό  φορές  κάτω  απ’ τό  στήθος  της. Γλύστρησε  αργά  πάνω  στόν  τοίχο, κάνοντας  γιά  τελευταία  φορά  τό  σταυρό  της, κι  έπεσε  στό  πάτωμα  μ’ ένα  άψυχο  ‘Κύριε  ελέησον’. Καί  τώρα… τώρα  τή  βλέπω  κι  εκείνη  συνέχεια  μπροστά  μου’’.

Ο  π. Αρσένιος  άκουγε  σιωπηλός. Άκουγε  καί  προσευχόταν  μυστικά. Ωστόσο, οι  φρικτές  λεπτομέρειες  τών  εγκλημάτων  πού  περιέγραφε  ο  ετοιμοθάνατος, τόν  έκαναν  ν’ ανατριχιάζει.

Ο  γερο-Σέριϊ  πέθαινε  οδυνηρά. Τό  πρόσωπό  του  ήταν  παραμορφωμένο. Από  τούς  πόνους  άραγε? Ή  μήπως  από  τό  μίσος  γιά  τούς  ζωντανούς? Έμεινε  έτσι  καί  μετά  τό  θάνατό  του: αγριωπό  μά  καί  πονεμένο, απειλητικό  μά  καί  απελπισμένο…

  • Η  ανάκριση

Μετά  τήν  αναχώρηση  τού  Αμπρόσιμωφ  άλλαξαν  δυό διευθυντές  στό  Ειδικό  Τμήμα. Όταν  τήν  διεύθυνση  ανέλαβε  έναςηλικιωμένος  αντισυνταγματάρχης, σκοτεινός  καί  αινιγματικός,τό  τμήμα στελεχώθηκε  μέ  νέα  πρόσωπα. Οι  έλεγχοι  πύκνωσαν, η  δουλειά  σκλήρυνε, η  ζωή  έγινε  πιό  αφόρητη.

Τώρα  καλούσαν  πολλούς  γιά  ανάκριση. Οι  απειλές, τά  χτυπήματα, η  απομόνωση  ήταν  πιά  φαινόμενα  ρουτίνας, άσκοπα  όμως  καί  παράλογα – τί  ήθελαν  νά βγάλουν  από  ανθρώπους  ξοφλημένους  καί  ουσιαστικά  καταδικασμένους  σέ  θάνατο? Καί  όμως, η  διοίκηση  δέν  έπαυε  νά  δημιουργεί  ζητήματα, νά  κάνει  έρευνες, νά  ‘’αποκαλύπτει’’  συνωμοσίες, νά  επιβάλλει  τιμωρίες, νά  παρατείνει  τίς  ποινές, κάπου-κάπου  νά  στέλνει  καί  στό  απόσπασμα.

Στά  μέσα  Μαρτίου  κάλεσαν  καί  τόν  π. Αρσένιο  γιά  ανάκριση. Ανακριτής  ήταν  ο  ταγματάρχης  Οντίτσεφ, άνθρωπος  μέτριου  αναστήματος  μέ  φαλακρό  μακρόστενο  κεφάλι, άχρωμα  μάτια  καί  λεπτά  χείλη. Στητός  καί  καλοντυμένος, μέ  πατρικό  καί  αφοπλιστικά  ευγενικό ύφος, στίς  ανακρίσεις  γινόταν  δαίμονας, ένα  τέρας  αγριότητας  καί  αιμοδιψίας. Οι  κρατούμενοι  τόν  αποκαλούσαν  ευφημιστικά  Λάσκοβιϊ (=γλυκύς). Μά  τού  είχαν  δώσει  καί  δεύτερο παρατσούκλι: ‘’άς  αρχίσουμε  παρακαλώ’’. Ήταν  η  στερεότυπη  φράση,μέ  τήν  οποία  άρχιζε  κάθε  ανάκριση.

Ο  π. Αρσένιος  μπήκε  αθόρυβα. Ο  Οντίτσεφ  ήταν  σκυμμένος  πάνω  από μιά  στοίβα  χαρτιά. Γιά  πολλή  ώρα  έμεινε  αμίλητος. Μετά  ανασηκώθηκε, ακούμπησε στήν  πλάτη  τής  καρέκλας  καί  είπε  μέ προσποιητή  ευγένεια:

  • Χαίρομαι  γιά  τή  γνωριμία, Πέτρε  Αντρέγιεβιτς! Χαίρομαι! Ασφαλώς  θά  έχετε  ακούσει  γιάμένα, Ταγματάρχης  Οντίτσεφ!
  • Ναί, έχω  ακούσει,κύριε  ταγματάρχα.
  • Καλά  λοιπόν… Άς αρχίσουμε, παρακαλώ! Πρέπει  νά  παραδεχθείτε  ό,τι  πώ, αλλιώς  θά  λουσθείτε  στό  αίμα! Είναι  γνωστή  η  διαδικασία  πού  ακολουθώ.

Ο  ταγματάρχης  είχε  πετάξειπολύ  σύντομα  τό  προσωπείο  του.

  • Μιλήστε  μου…
  • Γιά  ποιό  πράγμα?
  • Γιά  τήν  οργάνωση, παπά! Γιά  τή  συνωμοτική  οργάνωση  πού  έχει  δημιουργηθεί  μέσα  στό  στρατόπεδο  μέ  σκοπό  τή  δολοφονία  τού  συντρόφου  Στάλιν! Τά  ξέρουμε  όλα! Άκουσέ  με… σέ  πρόδωσαν. Μήν  τό  τραβάς! Αφού έχεις  ακούσει  γιά  μένα, μήν  τό  τραβάς! Όσο πιό  γρήγορα  ομολογήσεις, τόσο  καλύτερα  γιά  σένα.

Ο  π. Αρσένιος  ένιωσε  τά  νεύρα  του  νά  δένονται  σ’ έναν  κόμπο. ‘’Θεέμου, μή  μ’ αφήσεις, τόν  αμαρτωλό! Δέσποινατ’ ουρανού, είμαι  αδύναμος,βοήθησέ  με  γιά  ν’ αντέξω  στή  δολιμασία  τούτη!’’

  • Γιά  καμιάν  οργάνωση  δέν  γνωρίζω  καί  τίποτα  δέν  μπορώ  νά  παραδεχθώ, είπε ήρεμα.
  • Ά, ώστε  έτσι! Παπά, δέν  θά  παίξω  μαζί  σου! Εσένα, βέβαια, δέν  σέ  νοιάζει  κι  άν  θά  ψοφήσεις, έτσι  κι  αλλιώς είσαι  μισοτελειωμένος, γιά  μένα  όμως  έχει  μεγάλη  σημασία  αυτή  η  υπόθεση. Κάτσε  κάτω  καί  γράφεό,τι  θά  σού  υπαγορεύω.
  • Κύριε  ταγματάρχα, μπορώ  νά  σάς  κάνω  μιάν  ερώτηση?
  • Έδώ  ήρθες  γιά  ν’ απαντάς  μονάχα, όχι  γιά  νά  ρωτάς. Τέλος  πάντων, θά  ψοφήσεις  πού  θά  ψοφήσεις…λέγε!
  • Ξέρετε  πόσοι  μέ  ανέκριναν  ως  τώρα? Άν  δέν  ξέρετε, ρίξτε, σάς  παρακαλώ, μιά  ματιάστό  φάκελλό  μου, καί  θά  βεβαιωθείτε  ότι  δέν  έκανα  ποτέ  ψευδείς  ομολογίες  ούτε  συκοφάντησα  κανέναν. Κι  άς  μέ  απείλησαν! Κι  άς  μέ  χτύπησαν, κάποτε  μάλιστα  πολύ  βαριά!

Ο  Οντίτσεφ  σηκώθηκε  βαριεστημένα, έκανε  μιά  βόλτα  γύρω  απ’ τό  τραπέζι  καί  έσπρωξε  πρός  τό  μέρος  τού π. Αρσενίου  ένα  φύλλο  χαρτί κι  έναν  στυλογράφο.

  • Όσοι  κι  άν  σέ  ανέκριναν, σ’ εμένα  θά  τά  γράψεις  όλα! Είπε  παγερά.
  • Όχι, δέν  θά  γράψω  τίποτε! Αποκρίθηκε  τό  ίδιο  παγερά  μά  καί  αποφασιστικά  ο  π. Αρσένιος. Στό  στρατόπεδο  δέν  υπάρχει  καμιά  συνωμοτική οργάνωση. Εσείς  σκηνοθετείτε  συνωμοσίες, γιά  νά  τίς  ‘’αποκαλύψετε’’  στή  συνέχεια  καί  νά  κερδίσετε  έτσι  τήν  εύνοια τών  αφεντικών  σας! Βασανίζετε  καί  θανατώνετε  αθώους  ανθρώπους!

Ο  Οντίτσεφ  πλησίασε  πιό  κοντά. Τό  στόμα  του  είχε  στραβώσει  καί  τά  χείλη  του  έτρεμαν. Τά  άχρωμα  μάτια  του ήταν  τώρα  ζωηρά, πετούσαν  σπίθες. Σχεδόν  τραυλίζοντας,μουρμούρισε:

  • Αγαπητέ  μου  δέν  ξέρεις  τί  θά  πάθεις  τώρα.

‘’Κύριε,βοήθησέ  με!’’. Αυτό  μόνο πρόλαβε  νά  πεί  μέ  τό νούτου  ο π. Αρσένιος. Ένα  φοβερό  χτύπημα  στό  κεφάλι  τόν  έριξε  από  τήν  καρέκλα  στό  πάτωμα. Πρίν  χάσει  τίς  αισθήσεις  του, σκέφτηκε  πώς  είχε  πιά  φτάσει  τό  τέλος  του.

Συνερχόταν  πότε-πότε  γιά  κλάσματα  δευτερολέπτων. Τότε  ένιωθε  στό  σώμα  του  τά  χτυπήματα  από  τίς  μπότες  καί  στό  πρόσωπό  του  τά ξεσκίσματα  από  τή  μεταλλική  πόρπη  τής στρατιωτικής  ζώνης  τού  Οντίτσεφ. Προσπαθούσε  νά  προσευχηθεί, αλλά  δέν  προλάβαινε  νά  πεί  δυό-τρείς  λέξεις  καί  βυθιζόταν  πάλι  στό  σκοτάδι – ένα  σκοτάδι  πού  κάποια  στιγμή  έγινε  απόλυτο καί  οριστικό.

Συνήλθε  γιά  λίγο  στό  δρόμο  πρός  τήν  παράγκα. Τό  μόνο  πού  κατάλαβε  ήταν  ότι  μερικά  χέρια  τόν  κρατούσαν  γεράκαί  τόν  κουβαλούσαν.

Συνήλθε  γιά  δεύτερη  φορά  στρό  κρεβάτι  του, στό  θάλαμο. Κάποιος  τού  σκούπιζε  τό  πρόσωπο  μέ  βρεγμένο  πανί καί  έλεγε:

  • Δέν  θά  τή  βγάλει  ως  τό  πρωί  ο  γέρος. Τόν  ξέκανε  τό  κάθαρμα  ο  Λάσκοβιϊ.

Όταν  συνήλθε  πάλι, ένιωθε  αφόρητους  πόνους  σ’ όλο  του  τό  σώμα. Προσπάθησε  νά  θυμηθεί  τί  είχε  γίνει, νά  καταλάβει πού  βρισκόταν. Νόμιζε  ότι  τόν  ανακρίνουν  ακόμα. Σέ  μιά  στιγμή  τού  φάνηκε  ότι  κάποιος  τού  έκοβε  τό  κεφάλι.

Αγωνιζόταν  νά  προσευχηθεί. Μά  ο  νούς  του  δέν  είχε  τή  δύναμη  νά  κρατήσει  τήν  προσευχή. Τήν  έπιανε  καί  στή  στιγμή  τήν  έχανε. Ο  πόνος, αυτός  ο  καθολικός  κι  αβάσταχτος  πόνος, απομάκρυνε  κάθε  άλλο  αίσθημα  ή  σκέψη, έριχνε  στή  λήθη  κάθε  γεγονός, κομμάτιαζε  τήν  αυτοσυνειδησία. Περίμενε… περίμενε  πιό  δυνατά  χτυπήματα,πιό  άγριες  φωνές, πιό  δυνατό πόνο… περίμενε  τό  θάνατο.

Κάποιος  τού  γύρισε  τό  κεφάλι  στό  πλαϊ. Ένιωσε  κάτι  νά  τόν  τρυπάει  καί  νά  τόν  καίει. Καί  μετά  άκουσε  μιάν  άγνωστη  φωνή:

  • Γρήγορα, φέρτε  μου  δυό  ενέσεις  καμφοράς. Προσοχή  στό  ιώδιο, νά  μήν  πέσει  στά  μάτια! Ετοιμάστε  ό,τι  χρειάζεται  γιά  τίς  διαρραφές… πώς  μπόρεσε  αυτό  τό  κτήνος  νά  σακατέψει  έτσι  τόν  άνθρωπο?… ξυρίστε  τό  κεφάλι  προσεκτικά!

Ο  π. Αρσένιος  ένιωσε  δυό  χέρια  νά  τού  ξυρίζουν  απαλά  τά  μαλλιά. Ήταν  ξαπλωμένος  χωρίς  ρούχα  πάνω  σέ  κάτι  σκληρό  καί κρύο. Αυτή  ήταν  η  τελευταία  του  αίσθηση, πρίν χάσει  γι’ άλλη  μιά  φορά  κάθε  επαφή  μέ  τό  περιβάλλον.

Τρείς  ημέρες  έμεινε  αναίσθητος  σ’ ένα  κρεβάτι  τού  νοσοκομείου.

Πρώτα  συνειδητοποίησε  ότι  τά  μάτια  του  ήταν  δεμένα  μέ  επιδέσμους, όπως  καί  όλο  τό  κεφάλι. Προσπάθησε  νά  καταλάβει  πού  βρίσκεται. Στό  γραφείο  τού  ανακριτή? Στό  θάλαμο? Ή  κάπου  αλλού? Χρειάστηκε  πολύ  χρόνο  γιά  ν’ αντιληφθεί  πώς  ήταν  στό  νοσοκομείο.

Άρχισε  νά  προσεύχεται  νοερά. Πολύ  σύντομα, όμως, η  ένταση  τής  προσευχής  τού  προκάλεσε  δυνατό  πόνο  στό  κεφάλι. Καί  μετά  τόν πόνο  ήρθε  τό  σκοτάδι  τής  αμνησίας. Κράτησε  αρκετές  ημέρες  αυτός  ο  αγώνας: προσευχή – πόνος – αμνησία.

Καθημερινά  πάσχιζε  ν’ αρπάξει – ναί, κυριολεκτικά  ν’ αρπάξει – ακόμα  λίγα  λόγια  προσευχής, όλο  καί  περισσότερα  λόγια  προσευχής… ώσπου  τελικά  η  προσευχή  νίκησε. Νίκησε  καί  έμεινε  οριστικά  στό  νού  του.

Πότε-πότε  ένιωθε  δυό  χέρια  νά  τόν  αγγίζουν  στοργικά. Άλλοτε  πάλι  κάποιος  τόν  τάϊζε  καί  συνάμα  τού γλυκομιλούσε.

  • Ελάτε, κουράγιο! Επιζήσατε.

Η  φωνή  ήταν  ζεστή, μέ  προφορά  εβραϊκή.

  • Δέν  πίστευα  ότι  θά  γλυτώσετε. Αύριο  θά  λύσω  τό  πρόσωπό  σας. Σάς  …επιδιορθώσαμε! γίνατε  σχεδόν  καινούργιος!

Πράγματι, τήν  άλλη  μέρα  ο  γιατρός, ο  Λέων  Μιχαήλοβιτς, τού  έβγαλε  προσεκτικά  τούς  επιδέσμους  από  τό  κεφάλι  καί  τά  μάτια.

  • Σιγά-σιγά! Τώρα  θά  δούμε… λοιπόν, αγαπητέ  μου, στό  πρόσωπό  σας  δέν  έχει  μείνει  σχεδόν  κανένα  σημάδι! Θαυμάσια! Χαίρομαι  γιά  σάς.

Ο  π. Αρσένιος  μπόρεσε  τώρα  νά  δεί  ένα  ήμερο  καί  καλοσυνάτο  πρόσωπο  σέ  μικρή  απόσταση  από  τό  δικό  του. Δυό  μεγάλα  μάτια  τόν  κοίταζαν  μέ  συμπάθεια  πίσω  από  χοντρούς μυωπικούς  φακούς.

  • Θά σάς  κρατήσω  εδώ  όσο  περισσότερο  μπορέσω. Θά  σάς  κρατήσω  γιά  νά  μήν  ξαναπέσετε  στά  χέρια  αυτού  τού  θηρίου. Ζητήστε  τή  βοήθεια  τού  Θεού  σας, αλλιώς  θά  σάς  σκοτώσει!

Πάνω  από  σαράντα  μέρες έμεινε  στό  νοσοκομείο  ο  π. Αρσένιος. Καί  όταν  έφευγε, ήταν  πολύ  συγκινημένος. Μέ δάκρυα  τόν  αγκάλιασε  καί  ο  Λέων  Μιχαήλοβιτς, αυτός  ο  υπέροχος  άνθρωπος  καί  εξαίρετος  γιατρός, όταν  τόν  αποχαιρετούσε.

  • Δέν  είναι  δυνατόν  νά  συνεχιστούν  όλ’ αυτά, είπε  μέ  σιγουριά. Δέν  είναι  δυνατόν. Θά  τελειώσουν  σύντομα  τά  βάσανά  μας, θά  βγούμε  απ’ αυτόν  τόν άδη  καί  θά  συναντηθούμε  ελεύθεροι.

(καί  πράγματι, τό  1963  ξανασυναντήθηκαν).

Στό  θάλαμο  ο  π. Αρσένιος  βρήκε  πολύ  λίγους  από  τούς  παλιούς  καί  γνώριμους  συγκρατουμένους. Τούς  πιό  πολλούς  τούς  είχαν  στείλει  στά  μεταλλεία. Μά  καί  ο Οντίτσεφ  στό  μεταξύ  είχε πάρει  μετάθεση.

Τρείς  μήνες  αργότερα τόν  κάλεσαν  πάλι  στό  Ειδικό  Τμήμα.Παρουσιάστηκε  στό  διευθυντή, έναν  μελαγχολικό  καί  δυσκίνητο  τύπο  μέ  μολυβένιο  βλέμμα.

  • Εφτάψυχος  είσαι! Τού είπε, αφού  πρώτα  τόν  περιεργάστηκε  απ’ τήν  κορφή  ως  τά  νύχια. Όχι  μόνο  δέν  τά  τίναξες  μέσα  σέ  τούτο  τό  στρατόπεδο, μά  κι  απ’ τά  χέρια  τού  Οντίτσεφ  γλύτωσες. Χαλάλι  σου!… Τώρα  όμως  ήρθε  κι  απ’ τή  Μόσχα  εντολή: νά  σέ  προσέξουμε, λέει. Νά  μήν  πεθάνεις… δέν  μπορώ  νά  καταλάβω… τέλος  πάντων, ζήσε! Θά  διατάξω  νά  μή  σού  αναθέτουν  βαριές  δουλειές. Πήγαινε!

Δέν  κανακάλεσαν  τόν  π. Αρσένιο  στό  Ειδικό  έως  τό  θάνατο  τού Πρώτου. Θά  τού  θύμιζαν  όμως  γιά  πάντα  τίς  ανακρίσεις  οι  ουλές, πού έμειναν  στό  σώμα  καί  τό  κεφάλι  του.

Με καθυστέρηση τριών ημερών πληροφορήθηκαν οι κρατούμενοι τη συνταρακτική είδηση: Πέθανε ο Πρώτος- ο Στάλιν.

Το έμαθαν από τους φύλακες. Η διοίκηση δεν το ανακοίνωσε επίσημα, άγνωστο γιατί.
Μάρτιος μήνας, χιονοθύελλες, παγωνιά… Πάγωσαν οι καρδιές στο άκουσμα του θανάτου. Ένα πέπλο αγωνίας και φόβου έπεσε βαρύ πάνω στο στρατόπεδο.

Τι θα γινόταν τώρα; Τα πράγματα θα καλυτέρευαν ή θα χειροτέρευαν; Όλοι καταλάβαιναν ότι θα ακολουθούσαν εξελίξεις, κι αυτές τις εξελίξεις περίμεναν με αδημονία.

Στους δύο πρώτους μήνες, ως τα τέλη Μαίου, η ζωή στο στρατόπεδο κυλούσε όπως πρώτα. Από τις αρχές του Ιουνίου όμως κάτι άλλαξε. Βέβαια, το πρόγραμμα ήταν πάντα το ίδιο, η δουλειά πάντα σκληρή, το φαγητό πάντα λίγο και άθλιο, οι θάνατοι πάντα συχνοί. Σαν να φύσηξε όμως ένας νέος άνεμος, σαν να μαλάκωσε κάπως η συμπεριφορά των εποπτών και των φυλάκων, σαν να έγινε αμήχανη και απολογητική η στάση της διοικήσεως. Και το κυριότερο: Δεν έφερναν νέους κρατούμενους.

Πέρασε έτσι ένας χρόνος περίπου. Και ήρθαν αλλαγές πιο ουσιαστικές, πιο αισθητές. Η διατροφή έγινε πολύ καλύτερη, οι βρισιές και οι απειλές σταμάτησαν εντελώς, οι ανακρίσεις δεν συνοδεύονταν πια από ξυλοδαρμούς, οι αριθμοί ξηλώθηκαν από τα ρούχα και οι κρατούμενοι προσδιορίζονταν από τα ονοματεπώνυμά τους.

Κατέφθασε μια εξεταστική επιτροπή από τη Γενική Εισαγγελία. Κατέβασαν φακέλους, έκαναν έρευνες, πήραν καταθέσεις. Κάποιοι φάκελλοι είχαν εξαφανιστεί, η επιτροπή έψαχνε στα τυφλά.

Μετά από κάμποσο καιρό έστειλαν αρκετούς κρατουμένους σε φυλακές των τόπων καταγωγής τους. Όσοι έμειναν, μπορούσαν να έχουν αλληλογραφία και να δέχονται δέματα. Για την εργασία που έκαναν έπαιρναν έναν μικρό μισθό, από τον οποίο όμως πλήρωναν τα έξοδα ενδύσεως και διατροφής τους.

Η επιτροπή έφυγε, αφού εξέτασε μερικές εκατοντάδες κρατουμένων. Δύο μήνες αργότερα ήρθε άλλη επιτροπή, που καταπιάστηκε με νέα έρευνα. Σε λίγο ελευθερώθηκαν πολλοί: πρώην στρατιωτικοί, παλαιά στελέχη του Κόμματος, τεχνοκράτες, οικονομολόγοι.

Πέρασε πάλι ένα μικρό χρονικό διάστημα, και ανακοινώθηκε γενική αμνηστία. Το Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος έγινε απλή φυλακή, αλλά «αυστηρής πειθαρχίας». Οι πολιτικοί κρατούμενοι απολύθηκαν εκτός από ελάχιστους, των οποίων η φυλάκιση παρατάθηκε για άγνωστους λόγους, ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο π. Αρσένιος. Από την αμνηστία εξαιρέθηκαν όλοι οι οπαδοί του Βλάσσωφ, οι απότακτοι αστυνομικοί και οι βαρυποινίτες εγκληματίες.

Μέσα σε δύο χρόνια το στρατόπεδο σχεδόν άδειασε. Το προσωπικό μειώθηκε στο μισό. Πολλές παράγκες ερημώθηκαν, για αυτό η διοίκηση αποφάσισε να περιορίσει την έκταση του καταυλισμού. Μεταφέρθηκαν οι πύργοι των φυλάκων καθώς και τα συρματοπλέγματα. Τις παράγκες που έμειναν έξω από τη νέα περίφραξη τις έκαψαν.

Τον π. Αρσένιο τον έστελναν από θάλαμο σε θάλαμο. Από τους παλιούς του φίλους κανένας δεν είχε απομείνει. Ωστόσο εκείνος συνέχισε να συντρέχει όσους ήταν γύρω του, να εργάζεται, να προσεύχεται και να απαντάει σε γράμματα, πάρα πολλά γράμματα, που του έστελναν τα πνευματικά του παιδιά.

Στα μέσα του 1957 και μετά από αλλεπάλληλους περιορισμούς της εκτάσεώς του, το στρατόπεδο είχε γίνει αγνώριστο. Οι περισσότερες παράγκες είχαν πιά καεί. Και τώρα έβλεπε κανείς σκόρπια πάνω στη γή τα απομεινάρια, μαυρισμένες σόμπες, σκουριασμένα σίδερα, σύρματα, γυαλιά…

Ο π. Αρσένιος, πήρε γράμματα από τη Βέρα, την Ειρήνη, τον Αλέξιο, τον Σαζίκωφ, τον Αφσένκωφ. Με τρόπο περιπετειώδη έφτασε στα χέρια του κι ένα σημείωμα από το στρατηγό Αμπρόσιμωφ. «Σας θυμάμαι», έγραφε. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά υπάρχουν δυσκολίες. Πιστεύω ότι σύντομα θα συναντηθούμε σε διαφορετικό περιβάλλον. Υπομονή!».

Χρειαζόταν πράγματι υπομονή ο παππούλης, γιατί είχε μείνει χωρίς ανθρώπινο στήριγμα. Πρίν από ένα χρόνο είχε φύγει και ο τελευταίος φίλος του, ο επόπτης Σπραβεντλίβιι. Από το άλλο μέρος, έστειλαν πάλι στο στρατόπεδο αρκετούς εγκληματίες, που είχαν καταδικαστεί για νέα κακουργήματα. Ηταν όπως πάντα, καβγατζήδες και απείθαρχοι. Φέρονταν προκλητικά στο προσωπικό, απειλούσαν ακόμα και τους φρουρούς. Το κλίμα έγινε βαρύ.

Ξαφνικά, όμως, αντικαταστάθηκε ο διοικητής. Και τότε όλα άλλαξαν. Επιβλήθηκε αυστηρή πειθαρχία, απαιτήθηκε συνέπεια στην εργασία, τιμωρήθηκε κάθε διασάλευση της τάξης. Συνάμα βελτιώθηκαν και οι όροι διαβιώσεως- πιο πλούσιο φαγητό, πιο ανθρώπινη μεταχείριση, ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων σε εκείνους που δεν δημιουργούσαν προβλήματα.

Και η ζωή συνεχιζόταν.

  • Ο  αποχαιρετισμός

Από  τό  1957, όπως  είπαμε, δέν  επιτηρούσαν  πιά  τόν  π.Αρσένιο. Τού  επέτρεπαν, μάλιστα, νά βγαίνει  αραιά  καί  πού  από  τά  όρια  τού  στρατοπέδου. Όταν  λοιπόν  έφτανε  η  πολυπόθητη  ‘’ημέρα  εξόδου’’, αφού  τελείωνε  τη  δουλειά  του, κινούσε γιά τό  δάσος  ή  γιά  τήν  όχθη  ενός κοντινού  βάλτου. Καθόταν  πάνω  σέ  κάποιο  κούτσουρο  καί  άρχιζε  νά  προσεύχεται  μεγαλόφωνα.

  • Η  φωνή  μου, έλεγε  ο  ίδιος  αργότερα, απλωνόταν  ολόγυρα, χωνόταν  μέσα  στά  ξέφωτα, προχωρούσε  στά  μονοπάτια  κι  έσβηνε  πάνω  στίς  λυγερόκορμες  σημύδες, στίς  γερμένες  ιτιές, στά  πανύψηλα  έλατα, στά  ταπεινά  χορταράκια.

Εκεί, στήν  ερημιά, μπορούσα  νά  προσευχηθώ  μόνος  καί  απερίσπαστος. Εκεί  η  σκληρότητα  τού  στρατοπέδου  έδινε  τή  θέση  της  στή  γλυκύτητα  τής  κοινωνίας  μέ  τό  Θεό. Εκεί  θαρρείς  καί  είχα  ολόγυρά  μου  τάπνευματικά  μου  τέκνα  καί  τούς  φίλους  μου, πού  ζούσαν  ελεύθεροι. Εκεί  επικοινωνούσα  νοερά  καί  μέ  τούς  κεκοιμημένους  αδελφούς  από  τίςενορίες  μου ή  τούς  τόπους  τών  φυλακίσεων  καί  τών  εξοριών  μου.

Ήταν  μιά  ανοιξιάτικη  μέρα  τού  1957. Έκανε  ζέστη. Τά  κουνούπια,ένα  γκρίζο σύννεφο, ζουζούνιζαν  μονότονα  καί  απειλητικά  ολόγυρά  μου. Μιά  ξαφνική  πνοή  τού  ανέμου  τά  έδιωξε  μακριά, αλλά  σέ  λίγα  δευτερόλεπτα μέ  είχαν  πολιορκήσει  ξανά.

Τό  στρατόπεδο, ο  θάλαμος, οι  εγκληματίες, οι  επόπτες, οι  επιθεωρήσεις, τά  βάσανα  όλα  είχαν  ξεχαστεί. Υπήρχαν  μόνον ο  απέραντος  γαλάζιος  ουρανός, τό  πυκνό  βαθυπράσινο  δάσος, τό  θρόϊσμα  τών  φύλλων, τά  κελαδίσματα  τών  πουλιών  καί  η  προσευχή  τής  καρδιάς  μου, πού  αγκάλιαζε  ολόκληρη  τή  θεόπλαστη  φύση  καί  μ’ έφερνε  κοντά  στό  Δημιουργό  της.

Τράβηξα  γιά  τά  ξέφωτα, όπου  λίγο  καιρό  πρίν, όταν  τό  στρατόπεδο  ήταν  γεμάτο  κρατουμένους, άνοιγαν  λάκκους  κι  έθαβαν  τούς  νεκρούς.

Η  τεράστια  έκταση  τού  νεκροταφείου, περιφραγμένη  κάποτε  μέ  συρματοπλέγματα  καί  απροσπέλαστη, ήταν  τώρα  ανοιχτή: πολλοί  πάσσαλοι  είχαν  πέσει  καί  τά  σύρματα  κρέμονταν  κομμένα. Η  περιοχή  έμοιαζε  μ’ ένα  εγκαταλειμμένο  περιβόλι  γεμάτο  ακανόνιστες  βραγιές, όπου  έβλεπες  σκόρπια  αναρίθμητα  παλούκια  μέ  λαμαρινένιες  πινακίδες – παλούκια  όρθια, γερμένα  ή  πεσμένα  καταγής. Πάνω  στίς  πινακίδες  ήταν  γραμμένα  τά  ονόματα  καί  τά  νούμερα  τών  κρατουμένων. Τώρα  ήταν  κι  αυτά  μισοσβησμένα, πού  καί  πού  διέκρινες  κάποια  γράμματα, κάποιους  αριθμούς…

Προχώρησα. Τά  πόδια  μου  βούλιαζαν  μέσα  στή  γκρίζα  λάσπη, τήν  ανακατωμένη  μέ σάπια  φύλλα  καί  χόρτα. Βάδιζαμέ  δυσκολία, ξεκολλώντας  τά πόδια  μου  σέ  κάθε  βήμα, διασκελίζοντας  τά  πεσμένα  παλούκια  καί  τά  χωμάτινα  υψώματα  τών  τάφων, πηδώντας  πάνω  από  χαντάκια, παρακάμπτοντας  μεγάλους  λάκκους, αδράχνοντας  τούς  κορμούς  καχεκτικών  δέντρων.

Ο  ζεστός  ανοιξιάτικος  ήλιος  κατέβαινε  αργά, τραβώντας  γιά  τή  δύση  του. Στάθηκα, γύρισατό  βλέμμα  μου  σ’ όλα  τά  σημεία, σταυροκοπήθηκα  καί  ευλόγησα  τόν  κάμπο  εκείνο  τού  θανάτου. Ζήτησα  ολόψυχα  τού  Θεού  τό  έλεος  γιά  τίς  ψυχές  τών  νεκρών. Η  καρδιά  μου  ήταν  βαρειά, μέ  πλάκωνε  η  θλίψη.

Ο  απαλός  καί  δροσερός  αέρας  κόπηκε  απότομα. Λές  καί  κρύφτηκε  μέσα  στό  δάσος, λές  καί  χώθηκε  μέσα  στή  γή, λές  καί  κάτι  φοβήθηκε. Ακίνητα  σάν  πέτρινα  ήταν  τώρα  τά  δέντρα, τό  χορτάρι, οι  θάμνοι.

Έσπρωξα  τά  βήματά  μου  πιόπέρα, καθώς  τά  περασμένα  έστηναν  μέσα  μου  έναν  κακόρρυθμο  χορό  μαζί  μέ  τά  τωρινά  καί  τά  μελλούμενα.

Ζωντάνεψαν  στή  σκέψη  μου  άνθρωποι  γνώριμοι  καί  αγαπημένοι, πού  απόθεσαν  στά  χέρια  μου μέ  τήν  εξομολόγηση  όλη  τους  τή  ζωή. Ζωντάνεψαν  πρόσωπα  κουρασμένα, σκελετωμένα, χαραγμένα  από  τόν  πόνο  καί  τίς  ταλαιπωρίες. Ζωντάνεψαν  μάτια  θλιμμένα, βαθουλωτά, θολά, μάτια  γεμάτα  νοσταλγία  καί  προσευχή  ή  μάτια  γεμάτα  μίσος  καί  απελπισία. Πόσα  μάτια  είχα  κλείσει  μέ  τά  τρεμάμενα  δάχτυλά  μου!…

Στά  χείλη  μου  είχα  τίς  νεκρώσιμες  ευχές. Φώναζα. Οι  λέξεις  καί  οι  φράσεις  έκαιγαν  τή  γλώσσα, συγκλόνιζαν  τό  σώμα  καί  τσάκιζαν  τήν  ψυχή, καθώς  έπεφταν  σάν  ιλαστήρια  καί  λυτρωτική  βροχή  πάνω  απ’ τά  θαμμένα  σώματα.

Χιλιάδες, χιλιάδες  άνθρωποι  ήταν  εκεί, κάτω  απ’ τό  χώμα, θανατωμένοι  από συνανθρώπους  τους – χιλιάδες ακόλουθοι  τού  Χριστού, χιλιάδες  υπερασπιστές  τής  γής  τών  πατέρων  μας, χιλιάδες  αγωνιστές  τής  δικαιοσύνης, χιλιάδες  μάρτυρες  τής  ελευθερίας  μά  καί  χιλιάδες  πολέμιοι  τής  Εκκλησίας, χιλιάδες  προδότες  τής  πατρίδας, χιλιάδες  δολοφόνοι  καί  εγκληματίες.

Λίγο μακρύτερα  ακουγόταν  μονότονος  καί  μελαγχολικός  ο  θόρυβος  μιάς  μπολντόζας, πού  χαλούσε  τά  υψώματα  τών  τάφων  καί  γέμιζε  μέ  χώματα  τούς  άδειους  λάκκους, ισοπεδώνοντας  τή  γή, ανακατεύοντας  τή  λάσπη  μέ  τ’ ανθρώπινα  οστά  καί  εξαφανίζοντας  κάθε  ανάμνηση, κάθε  στοιχείο, κάθε  μαρτυρία  γιά  τό  απέραντο  νεκροταφείο.

Μά  εγώ  θυμόμουν…

Εκεί, ανάμεσα  στ’ αναρίθμητα  καί  ανώνυμα  λείψανα, ήταν  καί  τά  τίμια  σκηνώματα  τού  επισκόπου  Πέτρου, τού  αρχιμανδρίτη  Ιωνά, τού  μοναχού  Μιχαήλ, τούμεγαλόσχημου  Θεοφίλου  από  τήν  έρημο  τής  Όπτινα, ανθρώπων  πού  είχα  γνωρίσει  από κοντά, ανθρώπων  αρετής  καί  προσευχής. Καί  ακόμα  τού  φιλανθρώπου  γιατρού  Λεβασώφ, τού  καθηγητή  Γκλουχώφ, τού  καλοκάγαθου  κλειδαρά  Στέφανου…

Στή  μύτη  μου  ήρθε  μιά  χαρακτηριστική  δυσοσμία – η  φθορά  τής  ύλης, η  σήψη  τής  σάρκας… οι  τάφοι  ήταν  ρηχοί, σκαμμένοι  βιαστικά. Τό  χειμώνα  τά  πτώματα  καλύπτονταν  όπως-όπως  μέ  χώμα  καί  χιόνι. Καί  τό  καλοκαίρι, όταν  τό  χιόνι  έλιωνε, έβλεπες  νά  ξεφυτρώνουν  απ’ τή  γή  χέρια  καί  πόδια  μισολιωμένα. Έστελνε  τότε  η  διοίκηση  μιάν  ομάδα  κρατουμένων γιά  νά  σκεπάσουν  μέ  χώμα  καί  νά  διορθώσουν  τούς  τάφους. Φαίνεται  πώς  η  μπολντόζα  τώρα  είχε  ξεθάψει  κάποια  πτώματα, πού  σκόρπιζαν  στήν  ατμόσφαιρα  τή  σαπίλα  τους.

Οι  τελευταίες  ακτίνες  τού  ήλιου  έκαναν  τήν  υγρή  γή  ν’ αχνίζει. Οι  υδρατμοί  έβγαιναν  νωχελικά μέσ’ από  τή  γή  καί  ανέβαιναν  αργά  λίγο  ψηλότερα, γιά  νά  διαλυθούν  έπειτα  καί  νά  χαθούν  απ’ τά  μάτια  μου.

‘’Κύριε! Ψέλλισα  αυθόρμητα. Κύριε! Μήν  είναι  τάχα  οι  ψυχές  τών  νεκρών, πού  σηκώνονται  πάνω  απ’ τήν  κοιλάδα  τού  κλαυθμώνος?’’

Ένας  κόμπος  δέθηκε  στό  λαιμό  μου. Τά  δάκρυα  θόλωσαν  τά  μάτια  μου. Η  καρδιά  μου  σφίχτηκε. Μιά  αβάσταχτη  θλίψη  μέ  κυρίεψε, μιά  θλίψη  πού  μετουσιώθηκε  σέ  θρηνητική  κραυγή  καί  πονεμένο  ερώτημα:

’’Κύριε, γιατί  τά  παραχώρησες  όλ’ αυτά?’’

Ξαφνικά, εκείνη  ακριβώς  τή  στιγμή, ένα  μακρόσυρτο  καί  διαπεραστικό  κλάμα  ακούστηκε  κάπου  μακριά, καί  σχεδόν  αμέσως  απλώθηκε  σ’ όλο  τόν  κάμπο. Στήν  αρχή  ήταν  σάν  συγκρατημένο  καί  τρεμουλιαστό  ουρλιαχτό. Ύστερα  έγινε  μονότονο  βογγητό  μέ  περιοδικά  ξεσπάσματα, ένα  βογγητό  σάν  από  πληγωμένο  άνθρωπο. Καί  τελικά  μεταμορφώθηκε  σέ  θρήνο  γοερό, μελαγχολικό, ανατριχιαστικό, θρήνο  πού  θύμιζε  επιτάφιο  μοιρολόι.

Βάρυνε  η  καρδιά  μου  ακόμα  πιό  πολύ. Τεντώθηκαν  οριακά  τά  νεύρα  μου. Μού  θέριζαν  τά  σπλάχνα  η  λύπη  κι  η  απελπισία. Σκοτείνιασαν  όλα  γύρω  μου. Ένιωθα  συντριμμένος, εξουθενωμένος.

‘’Κύριε  ελέησον! Κύριε  ελέησον!’’ Αναφώνησα, κάνοντας  τό  σημείο  τού  σταυρού.

Καί  τότε  ο  άνεμος, πού  ήταν  ως  τή  στιγμή  εκείνη  κρυμμένος ανάμεσα  στά  δέντρα  καί  τούς  θάμνους, όρμησε  μπροστά  μέ  δύναμη, ασυμβίβαστος  καί  ανυπόταχτος. Ταρακούνησε  τίς  σημύδες, σάλεψε  τά  χαμόδεντρα, κυμάτισε  τό  χορτάρι  κι  έπεσε  δροσερός  πάνω  στό  πρόσωπό  μου.

Μονομιάς  ο  μελαγχολικός  θρήνος  εξαφανίστηκε, νικημένος  απ’ τού ακαταμάχητου  ανέμου  τή  βοή. Τό  στρώματών  αχνών, πού  σκέπαζε  τή  γή, διαλύθηκε. Η  μυρωδιά  τής  χλόης  κι  η  φρεσκάδα  τού  δάσους  έδιωξαν  τή  δυσοσμία  τού  θανάτου. Τό  κελάδισμα  τών  πουλιών, πού  έσχιζαν  ανέμελα  τόν  ουρανό, σκόρπισε  παντού  τούς  ήχους  τής  χαράς, τή  μελωδία  τής  ζωής, τή  δοξολογία  τού  Θεού.

Η  λύπη  εξατμίστηκε. Η  καρδιά  ξαλάφρωσε. Ο  ζόφος  τής  ψυχής  εξορίστηκε  από  τή  γλυκύτητα  τής  θείας  παρουσίας, από  τήν  ομορφιά  τής  ‘’κεχαριτωμένης’’  φύσης, από  τήν  πίστη  καί  τήν  ελπίδα  στή  μεταμορφωτική  πρόνοια  τού  Κυρίου.

Τότε  μόνο κατάλαβα  τί  ήταν  εκείνο  τό  γοερό  ‘’κλάμα’’. Ο  ήχος  τού  μηχανικού  πριονιού, πού  έκοβε  τούς  κορμούς  τών  δέντρων  στό  υλοτόμιο  τού  στρατοπέδου.

Τό  υπέροχο  τραγούδι  τού  κορυδαλλού  μ’ έκανε  νά  συλλογιστώ  καί  νά  συνειδητοποιήσω  πώς  η  ζωή  συνεχίζεται, θά  συνεχίζεται  ‘’έως  τής  συντελείας  τού  αιώνος’’. Θά  συνεχίζεται  όσο  καί  όπως  θέλει  ο  Θεός, ο  ποιητής  τ’ ουρανού  καί  τής  γής. Ναί, θά  συνεχίζεται η  ζωή, παρά  τό  θάνατο  τόσων  ανθρώπων, πού  ήταν  θαμμένοι  κάτω  απ’ τά  πόδια  μου, στή  λασπωμένη  γή.

Γονάτισα  σ’ ένα  ανάχωμα, ακούμπησα  στόν  ξερό  κορμό  μιάς  πεσμένης  σημύδας  καί  ζήτησα  συγχώρηση  από  τό  Θεό, γιατί  λίγο  πρωτύτερα  είχα  νικηθεί από  τή  λύπη  καί  τήν  απελπισία, από  τήν  ολιγοψυχία  καί  τήν  ολιγοπιστία. Σιγά-σιγά  η  προσευχή  μέ  συνεπήρε. Δέν  ξέρω  πόσην  ώρα  έμεινα  εκεί, μά, σάν  σηκώθηκα,ο  ήλιος  χανόταν  πίσω  απ’ τόν  δασοσκέπαστο  ορίζοντα.ο  αγέρας  είχεξανακόψει. Η  ησυχία  θά  ήταν  απόλυτη, άν  δέν  τήν  τάραζε  ο  ήχος  τής  μπολντόζας, πού  δούλευε  ακόμα.

΄Αρχισα  νά  ξεμακραίνω  αργά, προχωρώντας  πρός  τό  στρατόπεδο.Τίς  σκέψεις  καί  τίς  αναμνήσεις  μου  διέκοπτε  κάθε  τόσο  η  φωνή  τού  κούκου, πούμέ  γύριζε  πολλά  χρόνια  πίσω, στά  παιδικά  μου  χρόνια. Η  μητέρα  μου  μ’ έπαιρνε  μαζί  της  σέ  αξέχαστους  περιπάτους  μέσα  στό  δάσος. Εκεί  μούμιλούσε γιά  τά  δέντρα  καί  τά  φυτά, γιά  τά  ζώα  καί  τά  πουλιά  τού  δάσους. Έτσι  άκουγα  καί  τότε  τόν  κούκο. Μά  πώς  μπορούσα  νά  φανταστώ  πώς  θά  τόν άκουγα  πάλι  μετά  από  δεκαετίες  σ’ένα  τόπο  σάν  κι  αυτόν, τόπο  μαρτυρίου  καί  θανάτου?

‘’Άχ! Γιατί,  Θεέ  μου? Γιατί  βασανίστηκαν  καί χάθηκαν  μέ  τέτοιο  τρόπο  τόσοι  άνθρωποι? Γιατί?’’

‘’Ναί, ξέρω, είναι  έν’ από  τά  μυστήριά  Σου, έν’ από  τά  μυστήρια  πού  δέν  μπορεί  νά  συλλάβει  ο  μικρός  ανθρώπινος  νούς, ο  αιχμάλωτος  τού  ορθολογισμού, ο  δούλος  τής  αμαρτίας. ‘’Ως  ανεξερεύνητα  τά  κρίματά  Σου  καί  ανεξιχνίαστοι  αι  οδοί  Σου!’’ (πρβλ. Ρωμ.11:33). Εσύ  μόνον, πάνσοφε  καί  πανάγαθε  Κύριε, πού  κρατάς  τό  σύμπαν  μέσα  στά  χέρια  Σου, τά  γνωρίζεις  αλάθητα  όλα.’’Κύριε, σύ  πάντα  οίδας’’ (Ιω. 21:17). Τό  δικό μας  χρέος  δέν  είναι  παρά  η  επιτέλεση  τού  αγαθού  στό  όνομά  Σου, η  τήρηση  τών  εντολών  τού  Ευαγγελίου  Σου, ο  πνευματικός αγώνας  γιά  τήν  είσοδο  στή  Βασιλεία  Σου. Ελέησέ  μας, Ιησού, Θεέ  μας!…’’

Στράφηκα  πάλι  διαδοχικά καί  στά  τέσσερα  σημεία  τού  ορίζοντα. Ευλόγησα  τούς  γνωστούς  καί  άγνωστους  νεκρούς  τού  απέραντου  κοιμητηρίου. Τούς  αποχαιρέτησα  όλους  μέ  μιά  βαθειά  μετάνοια. Κι  έφυγα  βιαστικά, χωρίς  νά  ξανακοιτάξω  πίσω.

Τό 1957  πλησίαζε  στό  τέλος  του. Τό  στρατόπεδο  ολοένα  καί  άδειαζε. Στό  μεταξύ  δημιουργήθηκε  πολύ  κοντά  ένας  συνοικισμός. Εκεί  εγκαταστάθηκαν  οικογενειακά  οι  εργαζόμενοι  στό  στρατόπεδο, όλοι  πιά  μισθωτοί. Μέσα  σέ  μικρό  χρονικό  διάστημα  έγιναν  δρόμοι, χτίστηκαν  σπίτια, ανοίχτηκαν  πλατείες  καί  κατέφθασαν  νέοι  άνθρωποι, πολλοί  νέοι  άνθρωποι, πού  τίποτα  δέν  γνώριζαν  γιά  τό  προηγούμενο  ‘’ειδικό  καθεστώς’’  τού  στρατοπέδου  καί  τό  ισοπεδωμένο  πιά  λασπερό  νεκροταφείο  τού  κάμπου.

Τό  παρελθόν  έφευγε  καί ξεχνιόταν.

  • Η  αναχώρηση

Τέλη  τού  1957. Έμεναν  ακόμη  έξι  χρόνια  ως  τήν  αποφυλάκιση  τού  π. Αρσενίου, μιά  καί  τό  1952  τού  είχαν  ‘’φορτώσει’’  άλλα  δέκα  χρόνια.

Τόν  κάλεσαν  επανειλημμένα  στό  διοικητήριο. Έκαναν  ερωτήσεις, έπαιρναν  καταθέσεις, άνοιγαν  φακέλλους, έγραφαν  πρακτικά, συνέτασσαν  αναφορές…

Τελικά, τήν  άνοιξη  τού  1958, τού  ανακοίνωσαν  τήν  αποφυλάκισή  του  ‘’βάσει  τής  αμνηστίας’’.

Μά…  η  αμνηστία  είχε  δοθεί  τέσσερα  χρόνια πρίν, τώρα  τή θυμήθηκαν? Γιατί  δέν  είχε αποφυλακιστεί  τότε, μαζί  μέτόσους  άλλους? Σ’ αυτό  τό  ερώτημα, όπως  καί  σέ  τόσα  άλλα, δέν  θά  έπαιρνε ποτέ απάντηση.

Θά  θυμόταν, ωστόσο, πάντα  τή  ζωηρή  έκπληξη  ενός  μέλους  τής  επιτροπής,πού  ασύστολα  αναφώνησε:

  • Γιά  κοίτα, ρέ, τό  γέρο! Τή  γλύτωσε!… τί  νά κάνουμε? Είμαστε  αναγκασμένοι  νά  τόν  απολύσουμε.

Τού  δώσανε  καινούργια  ρούχα, φύλλο  πορείας, κάμποσα  χρήματα – γιά  τήν  εργασία  πού είχε  προσφέρει  τά  τελευταία  χρόνια – καί  μιά  βεβαίωση γιά  τήν  έκδοση  δελτίου  ταυτότητας  στόν  τόπο  κατοικίας  του. Τόπο  κατοικίας… στή  σχετική  ερώτηση  έδωσε  τό  όνομα  μιάς  μικρής  ιστορικής  πόλης  κοντά  στό  Γιαροσλάβ, όπου  κάποτε  έμεινε  γι’ αρκετό  καιρό μελετώντας  τίς  αρχαιότητες.

Μικρή  σημασία  όμως  είχε  γι’ αυτόν  τό  πού  θά  πήγαινε. Ένιωθε  κουρασμένος, αποκαμωμένος. Δέν  επιζητούσε  παρά  νά  ξεκουραστεί, νά  μαζέψει  δυνάμεις, νά  ησυχάσει, νά  προσευχηθεί, νά  ξαναβρεί  τόν  εαυτό  του, πρίν  συναντηθεί, μετά  από  τόσα χρόνια, μέ  τούς  δικούς  του  ανθρώπους. ‘’Αλλά  στά  χέρια  τού  Θεού  βρίσκομαι’’, συλλογίστηκε.’’Εκείνος  θά  τά  κανονίσει  όλα, όπως  πρέπει’’.

Η  άνοιξη  είχε  μπεί  πρώϊμα. Οι  θερμοί  άνεμοι  έδιωξαν  γρήγορα  τά  χιόνια. Οι  δρόμοι  στέγνωσαν. Οι  σκνίπες  καί  τά  κουνούπια  δέν  είχαν  φανεί  ακόμα, μά  τ’ ανοιξιάτικα  πουλιά  έκαναν  κιόλας  δυναμικά  αισθητή  τήν  παρουσία  τους  μέ  τρελά φτερουγίσματα  καί  τ’ αδιάκοπα  τερετίσματά  τους.

Ο  π. Αρσένιος  βγήκε  από  τήν  πύλη  τού  στρατοπέδουμέ  καινούργια  παπούτσια,αμεταχείριστο  μπουφάν, μαύρο  παντελόνι  καί  τό  συνηθισμένο  κασκέτο, έχοντας  στήν  πλάτη  ένα  σάκο  μέ  τά  λιγοστά  πράγματά  του.

Πέρασε  από  τό  σταθμό  ελέγχου  καί  προχώρησε  στό  χωματόδρομο. Κοίταξε  πίσω. Οι  φρουροί  είχαν  καρφωμένα  τά βλέμματά  τους  επάνω  του. Μέ  απορία  έβλεπαν  κι  αυτοί  τό  γνωστό  τους  γεροντάκι, πού  λές καί  τό’ χαν  ξεχασμένο  τόσα  χρόνια  εκεί  μέσα  οι  άνθρωποι, νά  φεύγει  τώρα  πρός  τό  άγνωστο.

Ο  δρόμος  περνούσε  πάνω  από  ένα  βουναλάκι. Σάν  έφτασε  στήν  κορφή  του  ο  π. Αρσένιος, στράφηκε  γιά  τελευταία  φορά  πρός  τό  στρατόπεδο. Αντί  γι’ άλλον  αποχαιρετισμό, σταύρωσε  από  μακριά  τόν  ζοφερό  τόπο  πού  είχε  σημαδέψει  ανεξίτηλα  τή  ζωή  καί  τήν  ψυχή  του, τόν  τόπο  όπου  είχε  πάθει  αλλά  καί  μάθει  τόσα  πολλά, τόν τόπο  όπου  πάνω  απ’ όλα  είχε  συνειδητοποιήσει  τή  σημασία  του αποστολικού  λόγου: ‘’αλλήλων  τά  βάρη  βαστάζετε, καί  ούτως  αναπληρώσατε  τόν  νόμον  τού  Χριστού’’ (Γαλ. 6:2).

Ένα  περαστικό  φορτηγό  τόν  έφερε  στό  συνοικισμό, όπου τώρα  ζούσε  καί  εργαζόταν  ο  πρώην  επόπτης  Ανδρέας  Ιβάνοβιτς, ο Σπραβεντλίβιϊ. Εύκολα  βρήκε  τό  σπίτι  του. Πόσο  παράξενο, πόσο  ωραίο, πόσο  ζεστό  τού  φάνηκε  εκείνο  τό  ταπεινό  σπιτάκι! Τόσα  χρόνια  στό  στρατόπεδο, είχε  σχεδόν  ξεχάσει  πώς  είναι  τά  σπίτια  τών  ανθρώπων.

Δυό  μέρες  έμεινε  μέ  τή  χαριτωμένη  καί  φιλόξενη  οικογένεια  τού  Ανδρέα – δυό  μέρες  γαλήνης, δυό  μέρες  μακαριότητας. Τήν  Τρίτη  μέρα  τόν  συνόδεψαν  ο  ίδιος  καί  η  γυναίκα  του  ως  τόν  σιδηροδρομικό  σταθμό, πλήρωσαν  μάλιστα  καί  τό  επιπλέον  ποσό  πού  χρειαζόταν  γιά  νά  ταξιδέψει  στήν  πρώτη  θέση.

Αποχαιρετήθηκαν  συγκινημένοι.

Μπήκε  στό  τραίνο, κάθησε, έβαλε  πίσω  απ’ τό  κεφάλι  τό  σάκο  μέ  τά  πράγματά  του  κι  έκλεισε  τά  μάτια.

Τό  τραίνο, πού  κυλούσε  στίς  ράγιες  λικνιστικά, μέ  ρυθμικούς  τριγμούς, τρανταζόταν  όποτε  περνούσε  απ’ τούς  αρμούς,κάνοντας  τούς  επιβάτες  του  ν’ αναπηδούν  ελαφρά  πάνω  στά  καθίσματά  τους.

Πίσω  απ’ τό  παράθυρο  προσπερνούσαν  γοργά  τά  δάση, η  ταϊγκά* (*δασική  ζώνη  ασθενικών  κωνοφόρων  δέντρων, πού  εκτείνεται  στίς  βόρειες  περιοχές  τής  ρωσικής  πεδιάδας  καί  σέ  μεγάλο  μέρος  τής  Σιβηρίας), τά  ποτάμια, οι  λίμνες  τής  Σιβηρίας. Μά  από  τά  κλειστά  μάτια  τού  π. Αρσενίου  περνούσαν  άλλες  εικόνες, πλήθος  πρόσωπα  καί  γεγονότα, σέ  μιάν  ατέλειωτη  μνημονική  παρέλαση…

  • Φαίνεται  πώς  είν’ εδώ  μέσα  καί  απολυμένοι  απ’ τό  στρατόπεδο. Προσοχή  μή  μάς  κλέψουν!

Η  ανδρική  φωνή  ήταν  ανήσυχη.

  • Απορώ  πώς  τούς  αφήνουν! Θά’ πρεπε  νά  τούς  είχαν  τουφεκίσει!

Η  δεύτερη  φωνή  ήταν  γυναικεία, ψιθυριστή καί  αγανακτισμένη.

Ο  π. Αρσένιος  άνοιξε  τά  μάτια  χωρίς  νά  κινηθεί. Στ’ αντικρινά  καθίσματα  ετοιμαζόταν  νά  καθίσει  ένα  νεαρό  ζευγάρι.

Τό  τραίνο  έτρεχε. Περνούσε  πόλεις  καί  σταθμούς. Άφηνε  πίσω  του  τό  καταπράσινο  τοπίο  τού  σιβηριανού  βορρά  καί  έμπαινε  στά  ολάνθιστα, πολύχρωμα  λειβάδια  τής  κεντρικής  Ρωσίας. Πλησίαζε, όλο  καί  πλησίαζε  στήν  πόλη, όπου  ο  π. Αρσένιος θ’ άρχιζε  τή  νέα  του  ζωή, όπου  θά  συνέχιζε  νά  διακονεί  τό  Θεό  καί  τούς  ανθρώπους.

Ἀπό το βιβλίο

π. Ἀρσένιος ο κατάδικος ”ΖΕΚ – 18376”

Εκδόσεις Ἱεράς Μονής Παρακλήτου

(24 ιστορίες, οι 8 δημοσιευμένες στο διαδίκτυο, οι 16 από αντιγραφή)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Newsletter

Προσωπικά δεδομένα & Όροι Χρήσης